Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Ε.Παπανούτσος – Φόβος και ελπίδα


Ανάμεσα στο φόβο και στην ελπίδα μοιράζεται — αλίμονο — του ανθρώπου η ζωή. Κοντά στους άλλους ορισμούς θα μπορούσε να του δώσει κανείς και αυτόν τον πολύ σύντομο, άλλα περιεκτικό: έμφοβο ον πού δεν κουράζεται να ελπίζει. Γιατί σε οποιαδήποτε ηλικία κι’ αν βρίσκεται, όποια κι’ αν είναι η ιδιοσυγκρασία και η αγωγή του, οσαδήποτε οικονομικά μέσα και επαγγελματικά εφόδια κι’ αν διαθέτει — ο άνθρωπος φοβάται.
Και ταυτόχρονα ελπίζει. Φοβάται τα πάντα. Από τα φυσικά απρόοπτα: τη φωτιά, την καταιγίδα, το σεισμό, και τα φυσικά αναπόφευκτα: την αρρώστια, τα γεράματα, το θάνατο, έως τα κοινωνικά δεινά, τα άλλο τόσο απρόοπτα και αναπόφευκτα: τον παραμερισμό και τη φτώχεια, την κλοπή και τη δολοφονία, το φθόνο και τις διώξεις.
Εντούτοις δεν τον εγκαταλείπει ποτέ η ελπίδα ότι θα βρεθεί τρόπος, έστω και την τελευταία στιγμή, να διαφύγει τον κίνδυνο, και αν όχι να σωθεί από το μοιραίο, τουλάχιστο να μαλακώσει τα πλήγματά του. Και δεν παύει να ελπίζει, ακόμα και την ώρα που το παιχνίδι φαίνεται χαμένο, ότι δεν θα του λείψουν αυτά που απόκτησε, ή ότι όλα στο τέλος θα πάνε καλά: θα ζήσει πολύ, θα σταδιοδρομήσει, θα απολαύσει τους κόπους του, θα χαρεί τη φιλία, τον έρωτα, την αναγνώριση.
Ο φόβος είναι έμφυτος. Καταδυναστεύει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Αλλά συνάμα τους προσφέρει και μια πολύτιμη υπηρεσία: τα κρατάει άγρυπνα, τα παρακινεί και τους δίνει τη δύναμη ή να πολεμήσουν για ν’ αλλάξουν τους δυσμενείς όρους που απειλούν τη ζωή τους, ή να σωθούν με τη φυγή (ή την απόκρυψη) από ακαταμάχητους εχθρούς.
Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει το ζώο, είναι να λογαριάζει σοβαρά το φόβο που ενστικτωδώς αισθάνεται απέναντι σε ότι συναντά για πρώτη φορά, έως ότου βεβαιωθεί ότι τούτο δεν είναι επικίνδυνο. Στον άνθρωπο το ένστικτο του φόβου (όπως και τόσες άλλες φυσικές διαθέσεις και ροπές) πλουτίζεται με τη σκέψη και τη φαντασία και γίνεται, πολύ συχνά, ακαταγώνιστο.
Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο ζώο που να φοβάται, να τρέμει σε τέτοιο βαθμό και για τόσα πράγματα (παράδοξα πολλές φορές και ασήμαντα) όσο ο άνθρωπος. Απόδειξη το πλήθος και ή απερίγραπτη ποικιλία των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών του. Θα περίμενε κανείς ότι η εξέλιξη της διάνοιας και ή κοινωνική πρόοδος θα τον έκαναν λιγότερο ευαίσθητο στις παρορμήσεις αυτού του αρχέγονου ένστικτου.

Το αντίθετο συμβαίνει- όσο περισσότερο αναπτύσσεται και προχωρεί στη γνώση, τόσο στυγνότερα τον βασανίζει ο φόβος — μόνο που, επειδή μαζί με τον πολιτισμό προκόβει και η τέχνη του να κρύβει με διάφορα προσωπεία τις διαθέσεις του, δεν τον δείχνει. Ο διορατικός οξύτερα σκεπτόμενος και ο πολυμαθέστερος άνθρωπος είναι πιο πολύ εκτεθειμένος στο φόβο από τον επιπόλαιο, τον απερίσκεπτο και τον αμαθή. Ακριβώς γιατί προβλέπει τους κινδύνους που επέρχονται, και ξέρει πόσο αξίζουν, πόσο μπορούν να είναι αποτελεσματικά τα μέσα που διαθέτει για την προστασία του, ενώ ό μικρόνους ησυχάζει με τη μωρία και την κενότητά του.
Μόνο η άγνοια φαίνεται ότι δίνει σιγουριά στον άνθρωπο· η γνώση φέρνει την αβεβαιότητα και τρέφει το φόβο. Γι’ αυτό το λόγο το παιδί φοβάται λιγότερο από τον ενήλικο, και ο διανοητικά καθυστερημένος λιγότερο από τον ευφυή.
Είναι λάθος να νομίζομε ότι φόβος και δειλία πηγαίνουν πάντοτε μαζί, οτι δηλαδή μόνο οι από ιδιοσυστασία δειλοί φοβούνται. Το φόβο γνωρίζουν, από το φόβο υποφέρουν ακόμα και οι γενναίοι. Οι μαρτυρίες που έχομε από εξομολογήσεις και απομνημονεύματα ποντοπόρων, πολεμιστών, εξερευνητών, τολμηρών γενικά ανθρώπων που έχουν καταπλήξει με τα κατορθώματά τους, επιβεβαιώνουν αυτή την αλήθεια.
Μπορούμε να λέμε απτόητους τους ανδρείους, άλλα όλοι τους (έκτος ίσως από ελάχιστες εξαιρέσεις παθολογικής αναισθησίας) όταν συναντούν κινδύνους (ανάλογους βέβαια προς τις φυσικές και τις ηθικές διαστάσεις τους) φοβούνται. Άλλωστε ανδρείος, καθώς μας έχει διδάξει ο πλατωνικός Σωκράτης, είναι εκείνος πού γνωρίζει τα «δεινά», όχι εκείνος που πέφτει απάνω τους τυφλά σαν το αλόγιστο θηρίο.
Η διαφορά του από τον δειλό βρίσκεται αλλού. Ο δειλός γίνεται έρμαιο του φόβου του· δεν μπορεί να τον δαμάσει, να τον κρατήσει μέσα στα όρια που χαράζουν οι περιστάσεις — πανικοβάλλεται εύκολα και χάνεται ακόμα και εκεί όπου μπορεί με μικρή προσπάθεια να σωθεί. Αντίθετα ο ανδρείος δεν αφήνει το φόβο να παραλύσει και να αχρηστέψει τις (φυσικές και ηθικές) δυνάμεις του, άλλα τον υπερνικάει και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο με θάρρος και αποφασιστικότητα. Αυτό θα πει ευψυχία.
Το αντίστροφο συμβαίνει με την ελπίδα. Στην ελπίδα παραδίνονται χωρίς ανασχέσεις οι επιπόλαιοι και οι άκριτοι, οι διανοητικά ανώριμοι· όλα τα περιμένουν από τις υποσχέσεις που δίνει η φαντασία στις επιθυμίες τους. Οι «μυαλωμένοι», αυτοί που στέκονται και με τα δύο τους πόδια απάνω στην πραγματικότητα, είναι στις ελπίδες τους φειδωλοί, επιφυλακτικοί, μετρημένοι·
Για να βεβαιωθούμε, ας προσέξουμε ένα πασίγνωστο γεγονός, ότι ανάμεσα στους φανατικούς πελάτες των γραφείων στοιχημάτων, λαχείων και τυχερών παιχνιδιών τον μεγάλο, τον πολύ μεγάλο αριθμό αποτελούν αυτοί που θυσιάζουν στην πιο ελκυστική μορφή ελπίδας, στην ελπίδα του δίχως κόπους κέρδους, ακόμα και τις λιγοστές υλικές και διανοητικές δυνάμεις τους. Το λάθος τους δεν είναι απλώς ότι δίνουν αδικαιολόγητα μεγάλη σημασία στον παράγοντα «τύχη», άλλα κυρίως ότι υπερθερμαίνονται από μιαν αλόγιστη ελπίδα και αφήνονται με απεριόριστη εμπιστοσύνη στις ακροβασίες της φαντασίας τους.
Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτή την τυραννία της ελπίδας με την αισιοδοξία και να νομίζομε ότι ο απαισιόδοξος είναι άνθρωπος χωρίς ελπίδες. Τέτοιος ανθρώπινος τύπος αμφιβάλλω αν υπάρχει. Όλοι έχομε λίγο ως πολύ τις ελπίδες μας. Και μ’ αυτές αναπνέομαι και ζούμε. Με τη διαφορά ότι άλλοι στηρίζουν τις προσδοκίες τους στον έλεγχο τον δεδομένοι και αισιοδοξούν εάν αυτά ευνοούν τις ελπίδες τους, ενώ άλλοι δεν εννοούν με κανένα τρόπο να ψαλιδίσουν τα φτερά των ελπίδων τους, ακόμα και όταν μια πρόχειρη άλλα προσεχτική εκτίμηση των περιστάσεων επιβάλλει την υποστολή τους, επειδή η επιθυμία τους τρέχει γρηγορότερα από την κρίση τους.
Αυτοί είναι που ονομάζουν απαισιόδοξους τους «ρεαλιστές», εκείνους που έχουν πολλές φορές αναμετρηθεί με τις δυσκολίες των πραγματοποιήσεων και επειδή άλλες τόσες φορές διαψεύστηκαν στις ελπίδες τους από την απρόοπτη παρεμβολή παραγόντων πού δεν μπαίνουν (ή μόνο εν μέρει μπαίνουν) υπό έλεγχο, κινούν μελαγχολικά το κεφάλι τους και δηλώνουν ότι «σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τρέφουν πολλές ελπίδες».
Της ελπίδας λοιπόν αναίρεση είναι όχι η απαισιοδοξία, άλλα η απελπισία, η απόγνωση. Που κι’ αυτή (όπως η απαισιοδοξία) δεν είναι ποτέ καθολική και ριζική, γιατί χωρίς την ελπίδα ο ψυχικός οργανισμός χάνει το οξυγόνο του και πεθαίνει από ασφυξία.
Η φυσιολογία και ιδίως η παθολογία του φόβου διαθέτει σήμερα πλούσια και πολύ διαφωτιστική βιβλιογραφία. (Δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ελπίδα). Υπάρχει πλήθος περιπτώσεων «ανώμαλου» φόβου το φάσμα των ποικιλιών του αρχίζει από τις ανώδυνες φοβίες και φτάνει έως το άγχος. «Φόβο του φόβου», ονομάζουν μερικοί ψυχίατροι αυτή τη βασανιστική αγωνία.
Ο αγχώδης άνθρωπος φοβάται το φόβο και επειδή τον φοβάται, γίνεται δέσμιός του έως το σημείο να φοβάται πλέον όχι για άλλο λόγο, άλλα για να φοβάται… Πρόκειται για μιαν αποκόλληση της ψυχικής διάθεσης από κάθε φυσικό ή λογικό της αίτιο, που έχει ως συνέπεια όχι μόνο μια παράδοξη ανεξαρτητοποίηση της άλλα και ένα νοσηρό (καρκινοειδή, θα έλεγε κανείς) πολλαπλασιασμό της. Σύστοιχο φαινόμενο, στην κλίμακα της συλλογικής ζωής, είναι ο πανικός, ο φόβος που μεταδίνεται από το ένα στο άλλο μέλος της ομάδας τυφλά και που με αυτή τη μετάδοσή του φουντώνει όλο και περισσότερο σαν την πυρκαγιά.
Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο θρησκευτικός, γενικότερα ο μεταφυσικός φόβος (υπάρχει και η θρησκευτική, η μεταφυσική ελπίδα) — φαινόμενο καθαρά και αποκλειστικά ανθρώπινο. Για να τον ξεχωρίζομε από τις άλλες παραλλαγές του φόβου, έχομε φυλάξει ειδικά γι’ αυτόν (στη γλώσσα μας) τον όρο: δέος. Μπροστά στο αινιγματικό, το μυστήριο γεμάτο σύμπαν ο άνθρωπος, όταν ορθώθηκε και σήκωσε ψηλά το κεφάλι του, και ιδίως όταν σάστισε από την αδυσώπητη ρομφαία του θανάτου που τον είδε να παραμονεύει σε κάθε βήμα του, συγκλονίστηκε από ένα ιδιόρρυθμο, βαθύ και αδάμαστο, «ιερό» φόβο, έπεσε και προσκύνησε.
Timor fecit deos, είπε επιγραμματικά ο αρχαίος σκεπτικός. Στη ρίζα της θρησκείας βρίσκεται ο φόβος. Ο κοσμικός, άλλα και ο ηθικός, η αγωνία της αμαρτίας, όπως υπογραμμίζει στις βαθυστόχαστες αναλύσεις του ένας μεγάλος χριστιανός φιλόσοφος του περασμένου αιώνα (ο Kierkegaard). Κοντά στο φόβο πρέπει να βάλομε εδώ και την ελπίδα, την ελπίδα της «σωτηρίας» — εύρημα και τούτο πολύτιμο της χριστιανικής συνείδησης.
«Εστί δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Απόστολος Παύλος). Κλασικός ορισμός πού βεβαιώνει ότι μια εσωτερική συνάφεια υπάρχει μεταξύ φόβου και ελπίδας, αφού οι δύο αυτές ισχυρές διαθέσεις συνυπάρχουν μέσα στο θρησκευτικό βίωμα. Ο πιστός φοβάται το Θεό (τούτο είναι το αρχικό νόημα της «δεισιδαιμονίας»), στην οργή του αποδίνει τα δεινά που περνάει («θεομηνίες» τα λέμε στη γλώσσα μας), άλλα και ελπίζει στη μακροθυμία του και προσπαθεί με ικεσίες να κερδίσει την εύνοιά του. Χωρίς αυτή την ελπίδα δεν εννοείται ή λατρεία, της θρησκείας μέρος αναπόσπαστο.
Ο φόβος (και η ελπίδα) μέσα στο χώρο μιας τέχνης υψηλού ύφους, της δραματικής ποίησης — ιδού ένα ωραίο θέμα για τον ψυχολόγο και τον αισθητικό. Η διερεύνησή του θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Περιορίζομαι λοιπόν σε λίγες και σύντομες παρατηρήσεις.
Από το θησαυρό των συναισθημάτων πού δραστηριοποιεί το θέατρο,  ο Αριστοτέλης μέσα στον περίφημο ορισμό του της τραγωδίας ονομάζει μόνο το «φόβο» και τον «έλεο». Και όταν σε μιαν άλλη σελίδα της Ποιητικής του θέλει να προσδιορίσει πιο συγκεκριμένα τα δίδυμα αυτά τραγικά «παθήματα», κάνει την εξής αντιδιαστολή: οίκτο αισθανόμαστε όταν βλέπομε (στη σκηνή) να υποφέρει ο «ανάξιος», φόβο όταν πάσχει ο «όμοιος».
Συμπονούμε εκείνον πού βασανίζεται «χωρίς να το αξίζει»· το μαρτύριο όμως του ((επιεικούς», του ηρώα που θαυμάζομε, εμπνέει φόβο. Τρέμομε γιατί δεν ξέρομε τι να σημαίνει για μας και για όλους τους «όμοιους» η σκοτεινή και βίαιη καταφορά της τύχης.
Με την ερμηνεία της η τραγωδία επιτελεί την «κάθαρση» τούτων των συναισθημάτων: ξαναδίνει στον συγκλονισμένο από το δραματικό ποίημα άνθρωπο την ελπίδα ότι υπάρχει μια ηθική τάξη στον κόσμο, που δεν φαίνεται, αλλά από το σκοτεινό βάθος της διευθύνει τα αινιγματικά γεγονότα. Και εδώ λοιπόν, σε μιαν άλλη, άλλα όχι πολύ μακρινή από τη  θρησκεία περιοχή, στην περιοχή της ποίησης, συναντώνται (με την ίδια διάστασή τους, τη «μεταφυσική») οι δύο ακατάλυτες ψυχικές διαθέσεις: ο φόβος και η ελπίδα.
Τα λόγια που χαράχτηκαν απάνω στον ερημικό τάφο του, ήσαν, λέγεται, παραγγελία τού ίδιου τού Νίκου Καζαντζάκη:
«Δεν φοβάμαι τίποτα.
Δεν ελπίζω τίποτα.
Είμαι ελεύθερος».
Μεγαλόστομος ο Κρητικός άφησε πίσω του και τούτον το μεγάλο λόγο. Μεγάλο, άλλα και προβληματικό. Είχε λοιπόν στην προσωπική του ζωή κατορθώσει το ακατόρθωτο ο ποιητής της «Οδύσσειας», όπως ο πολύπλαγκτος ήρωας του έπους του; Κατάφερε δηλαδή να σπάσει το ανθρώπινο φράγμα, να καταλύσει τους δύο άξονες της ψυχής, το φόβο και την ελπίδα;
Ας δώσουν την απάντηση όσοι γνώρισαν από κοντά όχι μόνο τον λόγιο, αλλά και τον ασκητή Καζαντζάκη. Έχει και ο λαβύρινθος της ψυχής τούς σκοτεινούς, τους αδιέξοδους δρόμους του, επομένως τίποτα δεν αποκλείεται. Ο ενήμερος όμως και έμπειρος ερευνητής θα παρατηρήσει — πιστεύω — ότι το καθαυτό ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο, ο άθλος που τον υψώνει και τον αγιάζει, είναι να ζητεί και να κατακτά την Ελευθερία όχι πέρα από τη δουλεία, άλλα μέσα στη δουλεία του φόβου και της ελπίδας. «Εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», θα έλεγε ο Καβάφης.

Ελλάδα, η πατρίδα του «γιατί;»

Φωτιά: Στα 40 μου είμαι πια πολύ μεγάλος για να έχω αρκετές αναμνήσεις και πολύ μικρός για να αφήσω τη ζωή να με πάει όπου θέλει. Πρέπει να θυμάμαι. Δεν πρέπει να ξεχνάω. Πρέπει να παλεύω. Δεν πρέπει να παραδίνομαι. Δεν ξεχνώ τις πυρκαγιές του 1995 και του 2007… Δεν ξεχνώ τις πλημμύρες. Δεν ξεχνώ το Σάμινα. Δεν ξεχνώ τα Τέμπη και τον Μαλιακό. Δεν ξεχνώ… Θυμάμαι.
Θυμάμαι τα «κροκοδείλια» δάκρυα όλων αυτών που θα έπρεπε να έχουν προλάβει το κακό. Να έχουν κάνει τη δουλειά τους.
Από χθες, δεν ξεχνώ και την Κινέτα, το Μάτι, τη Ραφήνα, το Νέο Βουτζά… Δεν ξεχνώ ότι ο κόσμος δεν ήξερε πού να πάει για να γλιτώσει. Κανείς δεν του είπε. Αβοήθητος.
Δεν ξεχνώ ότι για μια ακόμη φορά η Ελλάδα αντί να προστατεύσει, έκαψε τα παιδιά της. Τώρα τα έκαψε, πριν λίγο καιρό τα έπνιξε. Και θα τα κάψει ξανά. Και θα τα πνίξει ξανά. Μάθαμε πια. Να καιγόμαστε και να πνιγόμαστε.
Η Ελλάδα του 2018 είναι η χώρα που παίρνεις αγκαλιά το παιδί σου για να καείτε μαζί. Να πάτε παρέα στο θάνατο. Για να μην δει τη φωτιά που έρχεται.
Η Ελλάδα του 2018 είναι η χώρα που στηρίζεται στην αυτοθυσία των πυροσβεστών, των λιμενικών και των ψαράδων.
Η Ελλάδα του 2018 είναι η χώρα που αντί να απλώσει το χέρι, δείχνει με το δάχτυλο.
Η Ελλάδα του 2018 είναι η χώρα που θυσιάζει ακόμη Ιφιγένειες.
Ότι δεν μας πάρουν, θα το κάψουν. Για να το πάρουν μετά μπιρ παρά.
Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι.
Είναι η ζωή εν τάφω.
Είναι η γη του πυρός. Στην κυριολεξία.
Είμαστε πια η πατρίδα του «γιατί;». Ένα γιατί που ποτέ δεν έχει απάντηση.
Όταν τελειώνει ο κακός μας ο καιρός και η άδικη η μοίρα, μας φταίει ο θεός. Ο θεός κι ο διάολος.
Ποτέ δεν φταίμε εμείς. Κι αυτούς που φταίνε τους ψηφίζουμε για να γενούν πρωθυπουργοί. Να αποφασίζουν για τις ζωές και το θάνατό μας. Να μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος θα μας σκοτώσει. Όχι ποιος θα μας σώσει. Κανείς δεν σώνει τον Έλληνα. Μόνο η τύχη.
Μα είναι και μέρες που δεν έχουμε τύχη. Σαν αυτές. Και τότε απλά μετράμε θύματα. Νεκρούς.Αυτούς που αύριο θα είναι απλά αριθμοί. Μια κακή ανάμνηση. Που θα την ξεχάσεις. Μην ξεχνάς. Αυτό θέλουν. Θέλουν να ξεχάσεις τους νεκρούς ώστε αύριο εκεί που σήμερα, ο πατέρας πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του αγκαλιά για να καούν, να… φυτρώσει μια βίλα. Μια χώρα που πατάει επί πτωμάτων. Που χτίζει πάνω στα δάκρυα.
Ελλάδα 2018 μετά Χριστόν. Η χώρα που ξέχασε και ο Θεός…

Αυτοί Που Βάζουν Τις Φωτιές


Ένα άρθρο της προηγούμενης δεκαετίας, τόσο επίκαιρο…
Μέσα σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα ξέσπασαν 60.000 πυρκαγιές.Σ’ αυτό το διάστημα, η Αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 4000 υπόπτους για εμπρησμό.Καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό 700.Στη φυλακή πήγε ένας.
Τι πάει στραβά; Και ποιοι είναι αυτοί, τελικά, που βάζουν τις φωτιές;
Ο Μούσιας και ο Πολιτικός
Ο μαλλιάς πήδηξε τον κοντό φράχτη και μπήκε στον κήπο χωρίς να τον δει κανείς. Έκανε τη δουλειά του και, για κάποιο λόγο, έμεινε λίγο ακόμα έξω από το σπίτι, προς την πλευρά του σχολείου, μέχρι που ο καπνός άρχισε να φαίνεται από όλο το χωριό, και άνθρωποι άρχισαν να καταφτάνουν.
Ήταν μεσάνυχτα, αλλά ολόκληρο το Ξεροκάσι Μεσσηνίας (λόγιο όνομα: Παλαιόκαστρο) βρέθηκε αμέσως στο πόδι. Είχε προηγηθεί το εφιαλτικό Σαββατοκύριακο των πυρκαγιών στην Ηλεία, βλέπεις, και όλος ο κόσμος φοβόταν ότι οι φωτιές θα έρχονταν και στο δικό τους χωριό.
Και τώρα, μία είχε έρθει.
Κάποιοι φαντάροι είδαν κάποιον «μελαχρινό» να φεύγει προς το δάσος, μια Βουλγάρα που προσέχει έναν παππού είδε έναν «ξανθό». Όλο το υπόλοιπο βράδυ οι κάτοικοι περιπολούσαν τους δρόμους μέσα και γύρω από το χωριό.
30 ώρες αργότερα κάποιος έβαλε άλλη φωτιά στη θέση Καλύβια, ανάμεσα σε δυο γειτονικά χωριά, την Κορομηλιά και το Αργυρόκαστρο. Πλέον όλα τα χωριά της περιοχής ήταν σε ετοιμότητα όμως, και η ανταπόκριση ήταν άμεση: Δεκάδες τρακτέρ αγροτών με δεξαμενές νερού των 500 λίτρων έφτασαν αμέσως –το Τρίκορφο μόνο του έστειλε περίπου πενήντα- και περιόρισαν αμέσως τις εστίες. Αεροπλάνα που βρίσκονταν καθ’ οδόν για την Αρεόπολη έκαναν μια παράκαμψη και άδειασαν το φορτίο τους στον πυρήνα της φωτιάς. Οι φλόγες πρόλαβαν να κάψουν μόνο 200 στρέμματα, κυρίως ελιές και λόγγους.
Το σπίτι στο οποίο έγινε η πρώτη απόπειρα εμπρησμού ανήκε στον Ιωάννη Γιαννακόπουλο, παλιό βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, που εκείνες τις μέρες έλειπε στην Αθήνα. Όταν του τηλεφώνησα ήταν πολύ διστακτικός να μου μιλήσει για τον «μελαχρινό» ή «ξανθό» «μαλλιά», τον άνθρωπο που είχε μπει στο πατρικό του σπίτι και είχε προσπαθήσει να του το κάψει.

«Η προανάκριση διεξάγεται ακόμα», μου είπε, «και δεν θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό το παιδί που λένε πως το έκανε».
Αποκάλεσε τον εμπρηστή “παιδί”.
Από πηγές στην περιοχή έμαθα πως ο βασικός ύποπτος είναι ένας νεαρός ντόπιος που αντιμετωπίζει «ψυχολογικά προβλήματα».
Αυτές ήταν δύο λέξεις που θα συναντούσα πολύ συχνά στο ρεπορτάζ γι’ αυτό εδώ το κείμενο.
Αυτοί Που Άναψαν Φωτιές
Τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου του 1998, ο 30χρονος αγρότης Γιώργος Αναστασόπουλος έβαλε επτά πυρκαγιές σε διάφορα σημεία γύρω απ’ το χωριό του, την Καλίδονα της Ηλείας. Αν το όνομα σου φαίνεται γνώριμο, επίτρεψέ μου να σε διαφωτίσω: φέτος κάηκαν 18 σπίτια στην Καλίδονα, και από τη φωτιά πέθανε μια 96χρονη γιαγιά. Το καλοκαίρι του ’98, μετά από κάθε εμπρησμό (οι επτά πυρκαγιές συνολικά έκαψαν 80 στρέμματα δάσους), ο Γιώργος Αναστασόπουλος ήταν που ειδοποιούσε τους συντοπίτες του και τις αρχές, και πρώτος έσπευδε να βοηθήσει στην κατάσβεση. Ο Αναστασόπουλος, παντρεμένος και με ένα παιδί, είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τις αρχές για εμπρησμούς, από τότε που ήταν 16 ετών κιόλας –αλλά ποτέ δεν είχε συλληφθεί. «Κάποτε θα συνέβαινε και αυτό», δήλωσε ένας συγχωριανός του μετά τη σύλληψή του στον συντάκτη των ΝΕΩΝ. «Σχεδόν όλοι γνωρίζαμε ότι είναι εμπρηστής αλλά ποτέ κανένας δεν τον είχε καταγγείλει».
Ήταν ένα περιπετειώδες καλοκαίρι, εκείνο του 1998.
«H πυρομανία είναι μια διαταραχή σπάνια. Συνήθως εμφανίζεται σε ανθρώπους που είχαν μαθησιακά προβλήματα, αδέξιους, που δεν έχουν πολύ ανεπτυγμένη κοινωνικότητα»
Δυο μήνες νωρίτερα, στις 23 Ιουνίου ο 35χρονος δασοπυροσβέστης Δημήτρης Χατζηλαγός συνελήφθη ως ύποπτος για εμπρησμό στην περιοχή Τούφες στη Σάμο. Υποστήριξε πως «εξερράγη ο αναπτήρας του όταν θέλησε να ανάψει τσιγάρο, και τον πέταξε σε ξερά χόρτα». Στις 7 Αυγούστου ο 49χρονος Γάλλος τουρίστας Αλέν Ντεφερμόντ προσπάθησε να βάλει φωτιά στη Ζάβια, κοντά στα Σύβοτα όπου παραθέριζε. Έκανε την απόπειρά του στις 6:30 το πρωί –συνελήφθη 2 ώρες αργότερα 25 χιλιόμετρα μακριά, και ομολόγησε –αλλά δεν δικαιολόγησε- την πράξη του. Την επόμενη μέρα, ο 18χρονος Αλβανός Τζερίμ Αλούστρι συνελήφθη στον Εθνικό Δρόμο Πάτρας – Αθηνών κοντά στο Αίγιο, όταν διερχόμενος οδηγός διαπίστωσε ότι ο νεαρός είχε μαζί του δοχείο με βενζίνη και προσπαθούσε να βάλει φωτιά στα χόρτα δίπλα στον δρόμο.
Και φυσικά οι πυρκαγιές δεν τελείωσαν τότε.
Στις 21 Ιουλίου 1999 ο 23χρονος οικοδόμος Παναγιώτης Καλιούπης συνελήφθη κατηγορούμενος για εμπρησμούς σε δασικές και αγροτικές περιοχές στη Μάνδρα και τα Μέγαρα της Αττικής. Ο νεαρός, που ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, ομολόγησε πως του αρέσει να βλέπει τις φλόγες και πως το είχε απωθημένο από μικρός. Ευθυνόταν για τουλάχιστον 22 εμπρησμούς μέσα σε δυο μήνες. Γυρνούσε με το μηχανάκι στο δάσος και έβαζε τις φωτιές με σπίρτα.
Στις 18 Ιουλίου του 2000 ο 58χρονος κτηνοτρόφος Ανδρέας Ρήγας συνελήφθη ως υπαίτιος δυο πυρκαγιών που ξέσπασαν στην περιοχή Άνω Πιτσά του Ξυλοκάστρου στις 11 και 12 Ιουλίου, και στοίχισαν τη ζωή ενός ανθρώπου και έκαψαν 150.000 στρέμματα. Το φοβερό της υπόθεσης: Ο ίδιος άνδρας είχε συλληφθεί και τέσσερα χρόνια νωρίτερα για εμπρησμό στην ίδια περιοχή.
Δέκα μέρες αργότερα, ο 20χρονος αγρότης Παναγιώτης Γάζος συνελήφθη στην Αμαλιάδα κατηγορούμενος για 11 εμπρησμούς στην περιοχή της Ηλείας. Όπως ο ίδιος ομολόγησε, άναβε φωτιές και στη συνέχεια έπαιρνε μέρος στην προσπάθεια κατάσβεσης. Το ίδιο καλοκαίρι στην Εύβοια μια παρέα τεσσάρων ανθρώπων, οι Βαγγέλης Αλατζάς, Γιάννης Στάικος, Αντώνης Καπεθανάσης και Σοφία Κορέλη, συνελήφθησαν και ομολόγησαν πως είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές στο βόρειο τμήμα του νησιού. Οι τρεις πρώτοι προφυλακίστηκαν, ενώ η τέταρτη της παρέας πλήρωσε εγγύηση και αφέθηκε ελεύθερη επειδή ήταν έγκυος. Υποστήριξαν ότι κάποιος τους πλήρωνε για να βάζουν τις φωτιές.
Στις 11 Ιουνίου 2001 ο 39χρονος Χρήστος Χαραλάμπους από την Αγία Βαρβάρα συνελήφθη σε αγροτοδασική έκταση στο 31ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας. Περιπολία της ειδικής ομάδας της Πυροσβεστικής τον εντόπισε να προσπαθεί να βάλει φωτιά –ο ίδιος υποστήριξε πως δυο αλλοδαποί του είχαν δώσει χρήματα για να το κάνει. Ο Χαραλάμπους δεν είχε απομακρυνθεί από την περιοχή καθώς περίμενε να έρθουν να τον πληρώσουν.
Στις 9 του περασμένου Ιούλη, ένας 34χρονος και ο 19χρονος ανιψιός του έβαλαν δυο φωτιές που έκαψαν 32 στρέμματα πευκοδάσους στην Ηλεία, για να ενοχοποιήσουν μια οικογένεια συγχωριανών τους με τους οποίους είχαν κτηματικές διαφορές. Οι λεβέντες συνελήφθησαν και, ως μεγάλα παλικάρια, ομολόγησαν πως η ιδέα δεν ήταν δικιά τους: Το σαΐνι πίσω από αυτό το καταπληκτικό σχέδιο ήταν ο 73χρονος παππούς της οικογένειας. Ο οποίος επίσης συνελήφθη.
Το Προφίλ Ενός Εμπρηστή
«Όπως και στην τυπολογία άλλων εγκλημάτων  έτσι και στον εμπρησμό  υπάρχει μια τεράστια  ποικιλία  αιτίων και κινήτρων, από τα καθαρά ωφελιμιστικά μέχρι τα παθολογικά», λέει ο καθηγητής εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ (και διάσημος συγγραφέας παιδικών βιβλίων) Ευγένιος Τριβιζάς. «Όταν είχα γράψει  για παράδειγμα  το διήγημα «Ο Ερωτευμένος Πυροσβέστης»  δεν γνώριζα ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα ακόμα και περιπτώσεις εμπρηστών οι οποίοι βάζουν φωτιές για να  εμφανίζονται ηρωικοί σβήνοντάς τις, η άλλοι που καίνε οι ίδιοι τα σπίτια τους για να  προσελκύσουν  τον οίκτο των συνανθρώπων τους».
Τις πιο έγκυρες μελέτες για το προφίλ του εμπρηστή τις έχουν κάνει Αυστραλοί εγκληματολόγοι. Σύμφωνα με αυτές, τα κυριότερα αίτια πίσω από τους εμπρησμούς είναι τα εξής:
1. Η κάλυψη ενός εγκλήματος (μιας ληστείας, ας πούμε, ή ενός φόνου)
2. Οικονομικοί λόγοι
3. Ασφαλιστική απάτη
4. Ψυχολογικοί λόγοι
5. Εκδίκηση
6. Τρομοκρατία
Από αυτούς, οι συχνότεροι που συναντάμε στην Ελλάδα είναι ο 2ος (οι οικοπεδοφάγοι) και ο 4ος. Οι πυρομανείς.
Το 40% των εμπρηστών που καταδικάστηκαν από το 1986 και μετά αποδείχτηκε ότι είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές
«Η πυρομανία ανήκει στις διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων, όπως η κλεπτομανία, και η χαρτοπαιξία» λέει ο Δημήτρης Σούρας, Διευθυντής του Ψυχιατρικού Τμήματος στο Νοσοκομείο Metropolitan. «Ο ασθενής βάζει φωτιές σκόπιμα για την ευχαρίστηση, την ηδονή που αντλεί από την πράξη. Τη στιγμή αμέσως πριν βάλει τη φωτιά νιώθει μια έντονη διέγερση συναισθημάτων, «φτιάχνεται», η αδρεναλίνη του ρέει, κοκκινίζει, νιώθει ότι κάτι πολύ σπουδαίο θα συμβεί. Είναι ένας ερεθισμός που μοιάζει πολύ με τη σεξουαλική διέγερση. Στη συνέχεια ελκύεται από τη θέα της φωτιάς, γοητεύεται από αυτήν, στη θέα της νιώθει ηδονή. Ο πυρομανής μπορεί να ικανοποιείται ακόμα κι από φωτιές που δεν έχει βάλει ο ίδιος. Η θέα της είναι που τον συναρπάζει».
Δεν υπάρχουν ποσοστά για το πόσοι είναι οι πυρομανείς στην Ελλάδα –ή οπουδήποτε στον κόσμο. Πρόκειται για διαταραχή πολύ δύσκολο να διαγνωστεί και να μελετηθεί. «Είναι, πάντως μια διαταραχή σπάνια», τονίζει ο Δημήτρης Σούρας. «Συνήθως εμφανίζεται σε ανθρώπους που είχαν μαθησιακά προβλήματα, αδέξιους, που δεν έχουν πολύ ανεπτυγμένη κοινωνικότητα».
Το 2001 η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εξέδωσε μια μελέτη με τίτλο «Εγκληματολογική Προσέγγιση των Εμπρησμών». Επιμελημένη από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας και έγκριτο νομικό Ανδριανό Γκουρμπάτση, επρόκειτο να είναι μια έκθεση γραμμένη στα αμερικανικά πρότυπα. Όπως οι profilers του FBI συντάσσουν εκθέσεις για τους ανθρωπότυπους των εγκληματιών, που τους βοηθούν στην επίλυση εγκλημάτων, έτσι και οι Έλληνες ομόλογοί τους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν από Αμερικανούς ειδικούς το 2000, προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν το προφίλ του Έλληνα εμπρηστή.
Αυτό αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολο. Αν και τα στοιχεία μπόρεσαν να δώσουν μια εικόνα (πολυμήχανος, με γυναίκα και παιδιά, γύρω στα 45, με απολυτήριο Γυμνασίου), αυτή δεν ήταν καθόλου αντιπροσωπευτική. Η έκθεση παραδέχεται ότι ο Έλληνας εμπρηστής μπορεί δυνητικά να έχει οποιαδήποτε ηλικία, να έχει πτυχίο πανεπιστημίου, να είναι ακόμα και γυναίκα.
Από τα 4267 άτομα που καταδικάστηκαν για εμπρησμούς στη χώρα στο διάστημα 1986-1998, τα 417 ήταν, πράγματι, γυναίκες. Τα 270, δε, ήταν ανήλικοι.
Το πιο σημαντικό από τα στοιχεία, όμως, είναι μια στατιστική λεπτομέρεια: Το 40% των εμπρηστών που καταδικάστηκαν από το 1986 και μετά αποδείχτηκε ότι είχαν βάλει περισσότερες από μία φωτιές.
Έγκλημα και Ατιμωρησία
Υπάρχει ένας μύθος που λέει ότι στην Ελλάδα έχουν ψηφιστεί όλοι οι νόμοι που χρειάζονται –απλά εφαρμόζονται επιλεκτικά.
Στην περίπτωση των εμπρησμών αυτό λίγο-πολύ ισχύει.
Το Άρθρο 264 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει πως όποιος προκαλεί πυρκαγιά από πρόθεση τιμωρείται:
α. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.
β. Με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.
γ. Με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β. επήλθε θάνατος.
Ειδικά για τον εμπρησμό δασών, στο άρθρο 265 προβλέπεται:
  1. «Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση (…) ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, (…) τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και με χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση, επιβάλλεται κάθειρξη.
  2. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».
Σύμφωνα με έρευνα του Ανδριανού Γκουρμπάτση, όμως, στα τρία τελευταία χρόνια, η προανάκριση σε υποθέσεις εμπρησμού ολοκληρώθηκε σε ποσοστό μόλις 14,07%. Αυτό σημαίνει ότι στο 85,93% των επιβεβαιωμένων εμπρησμών δεν παραπέμφθηκε κανένας στη δικαιοσύνη. Από αυτούς που παραπέμφθηκαν, καταδικάστηκε μόλις το 16,2%. Από αυτούς που καταδικάστηκαν, το 72,9% είδαν την ποινή τους να αναστέλλεται και το 26,5% να μετατρέπεται. Στη φυλακή μπήκε ένας. Σύμφωνα με την έρευνα, υπάρχουν 151 επιβεβαιωμένοι υπότροποι εμπρηστές, που έχουν επαναλάβει το κακούργημα του εμπρησμού μέχρι και 5 φορές. Και είναι όλοι ελεύθεροι.
Θυμάστε τον 58χρονο κτηνοτρόφο Ανδρέα Ρήγα που έβαλε τις φωτιές στην Άνω Πιτσά του Ξυλοκάστρου το 2000; Μετά από μια σκοτεινή υπόθεση που περιείχε την εμπλοκή ως κατηγορούμενου και του διοικητή Πυροσβεστικής Κιάτου, και τη δολοφονία ενός βασικού μάρτυρα κατηγορίας λίγο πριν τη δίκη, αθωώθηκε πανηγυρικά λόγω αμφιβολιών πρόπερσι.
Ο Ανδριανός Γκουρμπάτης, παρεμπιπτόντως, ήταν ένας από τους 18 (σε σύνολο 28) ανώτατους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής που αποστρατεύτηκαν επί ΝΔ μέσα σε αντεγκλήσεις, διαμαρτυρίες και μηνύσεις για την προώθηση νέων, «γαλάζιων» αξιωματικών.
Ψάχνοντας το ποιοι βάζουν τις φωτιές περίμενα να σκιαγραφήσω έναν εχθρό πολυπρόσωπο και αλλόκοτο, ένα πρόβλημα βαθύ και τεράστιο, που θα χρειαστεί μεγάλες τομές στην κοινωνία και την πολιτική για να λυθεί.
Αλλά τελικά δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα του κόσμου που καίγεται κάθε χρόνο. Η Αυστραλία, όλες οι χώρες της Βόρειας Μεσογείου και η Καλιφόρνια φλέγονται κάθε καλοκαίρι. Η φωτιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μεσογειακών οικοσυστημάτων, και δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί –ούτε πρέπει να εξαλειφθεί εντελώς.
Αυτό που πρέπει να μειωθεί είναι οι εμπρησμοί, που επιβαρύνουν το φαινόμενο και προκαλούν καταστροφές πολύ μεγαλύτερες από αυτές που αντέχει το οικοσύστημα, που φυσιολογικά θα καιγόταν και μόνο του, αλλά λιγότερο.
Στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν φωτιές, κι αυτοί είναι κυρίως δύο ειδών: Αυτοί που βάζουν για το κέρδος, και αυτοί που βάζουν για την ικανοποίησή τους.
Μπορούμε να σταματήσουμε και τους δύο.
Μπορούμε να ακυρώσουμε το κίνητρο των πρώτων, εύκολα και γρήγορα, με την σύνταξη πλήρους Κτηματολογίου και Δασολογίου. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κι από τις τελευταίες στον πλανήτη) όπου δεν υπάρχει ένας σαφής χάρτης που να λέει σε ποιον ανήκει η γη. Οι λαϊκιστικοί νόμοι και τα διατάγματα όλων των κυβερνήσεων που έχουν περάσει τα τελευταία 30 χρόνια είναι που βάζουν τα στουπιά στα χέρια των οικοπεδοφάγων.
Οι δε πυρομανείς εμπρηστές είναι αναπόφευκτοι, θα είναι εκεί έξω και θα βάζουν φωτιές για να ερεθιστούν στη θέα της φλόγας –αλλά μπορούμε να τους πιάσουμε. Κι όταν τους πιάσουμε, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους νόμους και να μην τους επιτρέψουμε να ξανακάψουν.
Η ευθύνη είναι δική μας. Τις φωτιές τις βάζουμε εμείς.

Πώς το Μάτι έγινε παγίδα θανάτου – Ένας οικισμός μέσα στα πεύκα δίχως διεξόδους διαφυγής


Όταν η αδηφάγα πύρινη λαίλαπα χίμηξε στο Μάτι το απόγευμα της Δευτέρας 23 Ιουλίου, ισχυροί άνεμοι από 9 έως και 11 μποφόρ δυτικού στεριανού ανέμου την έσπρωχναν με ορμή να κατασπαράξει τα πάντα.
Οι φλόγες κατάπιναν ό,τι συναντούσαν στο διάβα τους «τρέχοντας» με 70 χλμ την ώρα. Δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσει αυτή η συμφορά, κανένα σχέδιο δεν μπορεί να αναχαιτίσει έναν τέτοιο όλεθρο. «Οι φλόγες πέρασαν πάνω από τα πυροσβεστικά στη Λεωφόρο Μαραθώνος και πυρπόλησαν το Μάτι», λένε οι αυτόπτες μάρτυρες. Όμως, το μεγάλο κακό που μας βρήκε δεν δικαιολογεί την απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών. Τόσων άδικα χαμένων ζωών.
Τι συνέβη
Εκατοντάδες πολίτες προσπάθησαν με τα αυτοκίνητά τους να εγκαταλείψουν το Μάτι αλλά εγκλωβίστηκαν σε φριχτό μποτιλιάρισμα στους στενούς δρόμους του οικισμού, που ιδρύθηκε ως παραθεριστικός το 1960 και από το 2000 και μετά πυκνοκατοικήθηκε δίχως κανένα σχεδιασμό, δίχως καμία πρόβλεψη για την ασφάλεια.
Αναπτύχθηκε όπως και πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας άναρχα, στο «έλα μωρέ», στην «τύχη». Και δεν αρκεί που χτίστηκε στην «τύχη» και μέσα στα πεύκα, δεν είχε ούτε διεξόδους διαφυγής. Έτσι όταν ήρθε η φωτιά έγινε παγίδα θανάτου. Έγινε παγίδα θανάτου διότι δεν μπορούσε να εκκενωθεί.
Καθώς ολόγυρα των απελπισμένων ανθρώπων υψωνόταν η κόλαση, με τα πεύκα ως εξαιρετικά εύφλεκτα να «αρπάζουν» με μιας ως δαδιά, με ολόκληρα σπίτια να γίνονται στάχτη μέσα σε λίγα λεπτά και τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα να αναφλέγονται -μαρτυρίες αναφέρουν ότι τα καύσιμα στα ντεπόζιτα ανατινάζονταν- επικράτησε πανικός.
Αλλόφρονες κάτοικοι έφευγαν από τα σπίτια τους, οι οδηγοί εγκατέλειπαν τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητά τους και όλο αυτό το πλήθος κατευθύνθηκε τρέχοντας προς την ακτή, δηλαδή προς τη μόνη διέξοδο που τους είχε απομείνει για να γλιτώσουν τον φριχτό θάνατο στις φλόγες.

Ποια ακτή;
Στο Μάτι οι ακτές δεν είναι από παντού ελεύθερα προσβάσιμες. Ξενοδοχεία και σπίτια τις κλείνουν με μάνδρες. Είναι η «ανάπτυξη» που είχαν ως πρότυπο το 1960. Να μην υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στις ακτές.
Και έτσι, από τη μία στιγμή στην άλλη, εκατοντάδες συνάνθρωποί μας βρέθηκαν να δίνουν αγώνα για τις ζωές τους, των παιδιών τους, των αγαπημένων τους προσώπων, πηδώντας πάνω από φράχτες, τρέχοντας μέσα από ακάλυπτους χώρους και κήπους για να φτάσουν στη θάλασσα.
Αλλά η πρόσβαση στη θάλασσα ήταν εξαρχής «φραγμένη».
Ποια θάλασσα;
Κάτι μικροί κόλποι και βράχια. Που κι αυτοί δεν συνεχίζουν ως κάποια ενιαία παραλία αδιάκοπα κατά μήκος της ακτής, ώστε να μπορούσαν οι άνθρωποι να κινηθούν παραλιακά πεζή ώστε να απομακρύνονταν, επειδή υπάρχουν βράχια και κτίσματα που έχουν οικοδομηθεί στην κυριολεξία μέσα στη θάλασσα και διακόπτουν την όποια παραλία.
Για αυτό και ο εφιάλτης δεν είχε τελειώσει για όσους έφτασαν και μπήκαν στο νερό. Ο μόνος τρόπος για να σωθούν ήταν να τους πάρουν με βάρκες.
Την ίδια ώρα το «θερμικό φορτίο» που κατέβαινε από τον οικισμό τους ανάγκαζε να χώνουν τα κεφάλια τους μέσα στο νερό για να μην πάρουν φωτιά και οι ίδιοι. Πυρομένες λαμαρίνες από αυτοκίνητα και κατασκευές εκτοξεύονταν και τους βομβάρδιζαν. Πραγματική εμπόλεμη ζώνη.
Βάρκες και σκάφη εθελοντών, που συντονίζονταν από το Λιμενικό, έσπευσαν ήδη από τις 18.00 να περισυλλέξουν τους πυρόπληκτους. Όμως οι βάρκες και τα σκάφη δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στα ρηχά. Είτε γιατί δεν υπάρχουν παραλίες αλλά βράχια, είτε γιατί -ακόμα χειρότερο- τους βαρκάρηδες «έκαιγε» η φωτιά. Τα φλεγόμενα 9 μποφόρ είχαν «ανάψει» την ατμόσφαιρα, το λεγόμενο «θερμικό φορτίο» και δεν άφηναν τους βαρκάρηδες να πλησιάσουν πιο κοντά από 50 μέτρα από την ακτή.
Οι ταλαιπωρημένοι και φοβισμένοι πολίτες, πολλοί με εγκαύματα, έπρεπε να βουτήξουν στη θάλασσα και να κολυμπήσουν προς τις λέμβους. Τραυματίες, γέροι, παιδιά, γυναίκες, έπεφταν στη θάλασσα για να δώσουν έναν τελευταίο αγώνα με τα κύματα πριν διασωθούν από τις βάρκες που τους περίμεναν. Γονείς με καμένες σάρκες κολυμπούσαν κρατώντας τα παιδιά τους. Να σώσουν τα παιδιά τους.
Η ευθύνη
Λέγεται στα τηλεοπτικά κανάλια ότι «το Μάτι δεν υπάρχει πια». Αλήθεια είναι.
Αλλά υπάρχει μια ακόμα μεγαλύτερη αλήθεια: «Το Μάτι όπως φτιάχτηκε, όπως οικοδομήθηκε, δεν έπρεπε ποτέ να υπάρξει». Ήταν εξ αρχής ένα λάθος, ένας οικισμός που ξεκίνησε ως παραθεριστικός το 1960, με τα ανύπαρκτα στάνταρ των τότε ελληνικών καθεστώτων και μετά το 2000 πυκνοκατοικήθηκε.
Όλα αυτά τα χρόνια κανείς δεν σκέφτηκε το εξής: Εάν αρπάξει φωτιά αυτός εδώ ο τόπος, ο ανάμεσα στα πεύκα, ο δίχως διεξόδους διαφυγής, τι θα κάνουμε; Και ναι, οι πρώτοι που έπρεπε να το σκεφτούν ήταν οι δήμαρχοί του. Αυτοί που ζούνε στον τόπο και τον γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα.
Προφανώς και εκ του τραγικού αποτελέσματος κανείς τους ουδέποτε αναρωτήθηκε τι θα γινόταν εάν άρπαζε φωτιά το Μάτι. Ή, για να είμαστε ακριβείς, εάν μια ημέρα έφτανε η φωτιά μέσα στο Μάτι. Γιατί η περιοχή έχει γνωρίσει πολλές φωτιές. Μία όμως στάθηκε η μοιραία.
Η περιοχή της Νέας Μάκρης έχει ζήσει πολλές φωτιές στο παρελθόν και το αυτονόητο θα ήταν να είχαν προνοήσει. Δεν το έκαναν. Ούτε κάποιο σχέδιο είχαν.
Πεύκο το «καταραμένο δένδρο»
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι έλεγαν το πεύκο «καταραμένο δένδρο» και δεν το επέτρεπαν μέσα στις πόλεις. Γιατί γνώριζαν ότι το πεύκο είναι δαδί. Είναι εμπρηστικός μηχανισμός, είναι εγγύηση ότι μια ημέρα θα μας κάψει. Πώς εμείς οι νεοέλληνες πειστήκαμε ότι είναι ασφαλές να ζούμε ανάμεσα στα πεύκα, είναι πραγματικά απορίας άξιον.
Όχι ξανά άλλα «Μάτια»
Σήμερα θρηνούμε δεκάδες νεκρούς. Αδικοχαμένους ανθρώπους. Αφού καταλαγιάσει ο θρήνος, η εθνική οδύνη για το κακό που μας βρήκε, έχουμε μια υποχρέωση. Να μην υπάρξουν άλλα «Μάτια». Ούτε στην Αττική, ούτε πουθενά αλλού στον τόπο μας. Να μην υπάρξουν ποτέ ξανά τέτοιες παγίδες θανάτου.
Σε ό,τι αφορά και τα άλλα θέρετρα που υπάρχουν σαν το Μάτι, όσα δηλαδή «αναπτύχθηκαν» έτσι τις «χρυσές» δεκαετίες του 60 και στα χρόνια της Χούντας, οφείλουμε να τα γκρεμίσουμε και να τα φτιάξουμε ξανά.
Η μαρτυρία του ιδιοκτήτη του σπιτιού που βρέθηκαν οι 26 αγκαλιασμένοι νεκροί
Συγκλονίζουν τα όσα είπε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού στο Μάτι, στο οποίο βρέθηκαν 26 σοροί θυμάτων της πυρκαγιάς, ανθρώπων που ξεψύχησαν αγκαλιασμένοι.
«Μπήκαν οι άνθρωποι στο σπίτι, δεν μπόρεσαν να δουν την πόρτα για να κατέβουν στην παραλία και αυτοί είναι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι.
»Ο κόσμος που κάηκε μέσα στο σπίτι μου, κάηκε γιατί δεν υπάρχει ένα σχέδιο από που να φύγουν σε ανάλογη περίπτωση», είπε μιλώντας στον Realfm, ο κ. Φράγκος.
«Το σπίτι μου έχει πρόσβαση στην παραλία με σκάλες, κάποια κοπέλα προσπάθησε να πηδήξει από τον γκρεμό και τη χάσαμε», πρόσθεσε.
Όπως είπε μάλιστα, «οι πρώτοι 25 άνθρωποι που είμαστε μαζεμένοι και συντεταγμένοι, σώθηκαν όλοι.
»Οι επόμενοι που ήρθαν και από τον καπνό δεν είδαν την πόρτα, αυτοί είναι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι, κάηκαν όλοι».
«Όλος αυτός ο κόσμος που κάηκε ήταν γιατί δεν υπάρχει ένα σχέδιο σε περίπτωση ανάλογη, από πού θα φύγουν».
Σοκαριστική όμως είναι και η μαρτυρία του κ. Ποταμιάνου, στον οποίο ανήκει το διπλανό οικόπεδο:
«Δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη πρόσβαση στην παραλία εκτός από σπίτι του κ. Φράγκου. Ήταν φρίκη.
»Άκουγα τις φωνές των ανθρώπων να καίγονται και λέω κάποιος να μου κλείσει τα αυτιά», δήλωσε ο κ. Ποταμιάνος
«Τα περισσότερα σπίτια έχουν πρόσβαση στην παραλία αλλά είναι κλειστές οι μάντρες», πρόσθεσε.
Ήταν κλειστές οι μάνδρες. Ο δήμαρχος της περιοχής πρέπει να είναι έτοιμος να δώσει λόγο για αυτό το έγκλημα. Και θα δώσει.
Δείτε σε χάρτη τους δρόμους παγίδες στο Μάτι, δηλαδή τους δρόμους αδιέξοδα:
Το Μάτι έχει μόνο ένα δρόμο που βγαίνει στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Αυτός ο δρόμος «έκλεισε» από μποτιλιάρισμα και μετά από τη φωτιά που κατέβαινε. Οι συμπολίτες μας δεν είχαν καμία διαφυγή και στράφηκαν στη θάλασσα. Η πρόσβαση όμως στη θάλασσα είναι κλειστή με μάνδρες. Στον λαβύρινθο του Ματιού, τα τέσσερα κίτρινα βέλη δείχνουν τους δρόμους αδιέξοδα. Φανταστείτε το χάος, την αγωνία, με εκατοντάδες ανθρώπους να τρέχουν να ξεφύγουν και να πέφτουν σε αδιέξοδα. Μόνο οι ντόπιοι ήξεραν από που να πάνε. Όλο αυτό το χάος σε μια αυθαίρετη περιοχή που ήθελε να παριστάνει το τουριστικό θέρετρο.
Δείτε το «Μάτι» στον χάρτη της Google, όπως ήταν, για να καταλάβετε:
Δείτε το πριν και το μετά στο στενό δρομάκι

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Η απίστευτη μαγεία του μεσήλικου μυαλού

Αν είστε άνω των 40 ετών, σας εγγυόμαστε ότι η ανάγνωση αυτού του άρθρου θα σας φτιάξει το κέφι.
Έχετε παρατηρήσει ότι ξεχνάτε ονόματα; Ότι αφαιρείστε και δεν μπορείτε να θυμηθείτε τι ακριβώς πήγατε να κάνετε στην κουζίνα; Ότι πρέπει να γράφετε ατέλειωτες λίστες με όλα τα μικροκαθήκοντα που ξεχνάτε; Ότι τα παιδιά σας μουγκρίζουν από ανυπομονησία όταν δεν μπορείτε να χειριστείτε κάποιο καινούργιο γκάτζετ;
Αν απαντάτε «ναι» σε κάποιο ή σε όλα από αυτά, μήπως συμπεραίνετε κατόπιν ότι το μεσόκοπο μυαλό σας αρχίζει να διαλύεται και ότι έχετε πάρει τον κατήφορο που οδηγεί αργά αλλά σταθερά στο γεροντικό ξεκούτιασμα;
Και μήπως προσθέτετε στον φόβο αυτόν την πικρή ταπείνωση ότι έχετε καταντήσει να σας αφήνουν πίσω οι τεχνολογικές δεξιότητες των παιδιών του δημοτικού;
Αν συμβαίνει αυτό, το βιβλίο της Μπάρμπαρα Στράουτς θα σας κάνει να πηδάτε από χαρά.
Υποστηρίζει ότι σε ένα μεγάλο φάσμα γνωσιακών δεξιοτήτων, ο νους των μεσηλίκων (ηλικίας περίπου από 40 έως 68) ξεπερνάει σε επιδόσεις κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα. Υπάρχουν κάποια πράγματα που χάνουμε (π.χ. η γοργή ανάκληση πληροφοριών όπως τα ονόματα, καθώς και κάποια ελάττωση της ταχύτητας), αλλά αυτά αντισταθμίζονται με το παραπάνω από τα μεγάλα κέρδη σε πολλές σημαντικές μορφές διανοητικής λειτουργίας.
Το μεσήλικο μυαλό έχει αναπτύξει «ισχυρά συστήματα που ξεπερνούν τις δυσκολίες περίπλοκων προβλημάτων για να φτάσουν σε συγκεκριμένες λύσεις. Χειρίζεται πιο ήρεμα τα συναισθήματα και τις πληροφορίες. Είναι πιο εύκαμπτο, πιο ευέλικτο, ακόμα και πιο ευδιάθετο». Σε τέσσερις από έξι διανοητικές ικανότητες, η κορύφωση έρχεται στη μέση ηλικία.
Ο μεσήλικας αναγνωρίζει καλύτερα τις λεπτές αποχρώσεις και τα διφορούμενα. Μπορεί να συλλάβει με μεγαλύτερη ακρίβεια καταστάσεις, να κάνει τους συσχετισμούς και να δει το ευρύτερο πλαίσιο. Αυτό επιτρέπει την καλύτερη κρίση.
Και στην αναζήτηση της σοφίας -τι είναι και ποιος την έχει- μια μελέτη συμπεραίνει ότι κορυφώνεται γύρω στα 65, έπειτα από μια σταθερή συσσώρευση στη διάρκεια της ζωής.
Η έρευνα πιθανόν να καταλήξει σύντομα σε αποδείξεις σχετικές με τη φυσιολογία. Η μυελίνη, η κρίσιμης σημασίας λευκή λιπαρή ουσία που καλύπτει τις νευρικές ίνες, κάνει τις συνδέσεις στην εγκεφαλική λειτουργία. Σε δύο θέσεις-κλειδιά του εγκεφάλου η μυελίνη εξακολουθεί να αυξάνεται κατά τη μέση ηλικία, συχνά και μετά τα 60.
Το πιο αξιοπερίεργο εύρημα αυτής της έρευνας είναι ίσως ότι ο νους του μεσήλικα είναι πιο χαρούμενος. Σε μια σειρά από τεστ έγινε φανερό ότι οι μεσήλικες αγχώθηκαν λιγότερο από τα αρνητικά ερεθίσματα και ανταποκρίθηκαν πολύ έντονα στα θετικά.
Αν λοιπόν οι μεσήλικες είναι τόσο ευνοημένοι, γιατί η περίοδος αυτή της ζωής μας είναι τόσο δυσφημισμένη;
Εδώ η Μπάρμπαρα Στράουτς γκρεμίζει με εκπληκτική μαεστρία τη δαιμονοποίηση της μέσης ηλικίας κατά τον 20ό αιώνα.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε για την ανδρική «κρίση μέσης ηλικίας» ούτε για το γυναικείο «σύνδρομο της άδειας φωλιάς». Η μέση ηλικία είναι εξίσου επιρρεπής σε κρίσεις όπως όλες οι άλλες ηλικίες, αλλά σε γενικές γραμμές η ικανοποίηση από τη ζωή αυξάνεται και φτάνει στο απόγειό της στα χρόνια της όψιμης ωριμότητας. Και αυτό παρά τα όσα λέγονται για τους ανθρώπους «σάντουιτς», που φροντίζουν και παιδιά και γέρους γονείς.
Η αλήθεια είναι πως οι μεσήλικες είναι πολύ ικανοί ζογκλέρ στις πολλαπλές υποχρεώσεις τους.
Η μέση ηλικία είναι ένα μοντέρνο φαινόμενο – πριν από έναν αιώνα, το προσδόκιμο επιβίωσης ήταν 47 χρόνια. Αντί, όμως, να δούμε τις ευκαιρίες από αυτήν την εκτεταμένη περίοδο ζωής μετά τη φροντίδα των παιδιών και πριν από την έναρξη των γηρατειών, την καταδικάσαμε ως εποχή απώλειας, παρακμής και στενοχώριας.
Ένας λόγος αυτής της αρνητικότητας πιθανόν να είναι το γεγονός ότι χρησίμευσε για να σπρώξει τους αγχωμένους μεσήλικες καταναλωτές να αγοράζουν φανταχτερά αυτοκίνητα και αντιρυτιδικές κρέμες.
Όπως λέει η συγγραφέας Μάργκαρετ Γκιούλετ, έχουμε γίνει θύματα μιας «ιδεολογίας της παρακμής», αφεθήκαμε να μας «ορίσει ως γέρους η κουλτούρα».
Ευτυχώς, η επιστήμη συστηματικά υπονομεύει όλους αυτούς τους μύθους. Και ίσως τα καλά μαντάτα να μας βοηθήσουν να οργανώσουμε καλύτερα την εργασιακή ζωή μας, που την έχουμε στριμώξει στις κρίσιμες δεκαετίες της δημιουργίας οικογένειας και της ανατροφής των παιδιών.
Στο μεταξύ, είναι καιρός για ανακωχή. Ας μην ανησυχούμε για τα ξεχασμένα ονόματα, τα χαμένα κλειδιά και την αφηρημάδα: όλα αυτά είναι ασήμαντα.
Σε γενικές γραμμές, το μυαλό μας είναι μια χαρά. Νιώθετε καλύτερα τώρα;

Είναι η ικανότητα αντίληψης, ηλίθιε!


(παράφραση του it’s the economy stupid, σύνθημα που βοήθησε τον Ομπάμα να βγει πρόεδρος)
Περίπτωσις πρώτη: 
Στο σουπερμάρκετ κοπέλα σε σταντ προωθεί ελληνικό μέλι και γλυκά του κουταλιού. Κυρία-μαμά με παιδάκια παίρνει το κουταλάκι που της δίνει η ευγενής κοπέλα, τρώει το γλυκό και με το ίδιο κουταλάκι από τη στοματάρα της βουτάει και παίρνει από το ανοιχτό βαζάκι, που δοκίμαζες με λαβίδα μιας χρήσης, μέλι!! Πανικόβλητη η κοπέλα το τραβάει, κι εγώ που στεκόμουν από πίσω σκέφτομαι πως τέτοια καραβλαχιά είχα να δω καιρό.
(όπου βλαχιά=χειρονομία αστοιχείωτου και αμόρφωτου ανθρώπου, ασχέτως καταγωγής. Το διευκρινίζω, καθότι έχω και ευρυτάνικο αίμα και τυγχάνω βλάχος εκ καταγωγής υπερήφανος, πάμ’ παρακάτ’!)
Περίπτωσις δευτέρα: 
Ανοίγω τον κάδο των απορριμάτων του τετραγώνου μας να ρίξω προ ημερών τη σακούλα μας και βλέπω δύο τεράστιες σκουπιδοσακούλες με σχολικά βιβλία και παλιά τετράδια. Δίπλα ακριβώς ο μπλε κάδος σχεδόν άδειος. Σκέφτομαι: κοντά είκοσι χρόνια έχουμε οργανωμένη ανακύκλωση, στο λένε στην τηλεόραση, σε όλα τα ΜΜΕ, στα σχολεία, πόσα χρόνια κλειδωμένος στο μπουντρούμι στο Κωσταλέξι είσαι ρε συνάνθρωπε, για να μην το ρίχνεις στο σωστό κάδο;
Περίπτωσις τρίτη:
Κυρία ευτραφής και μαμά κι αυτή, τρώει παραθαλασσίως ροδάκινα και πετάει τα κουκούτσια στα πόδια της στην ακροθαλασσιά. Στην ερώτησή μου γιατί το κάνει αυτό και ποιος θα τα μαζέψει, μου απαντάει ότι τα πετάει εκεί για να τα φάνε τα ψάρια!!!!!!!
(εδώ ο άτυχος υποφαινόμενος ψάχνει τριχιά και δοκάρι)
Συλλογίζομαι λοιπόν, ότι για να φτάνει κανείς σε τέτοια ογκώδη άγνοια, τέτοια απύθμενη αστοιχειοσύνη (sic) σημαίνει ότι μία σειρά θεμελιωδών κοινωνικών παραγόντων έχουν αποτύχει: γονείς, σχολείο, παρέες, κατηχητικό, συγγενείς, ξέρω γω τι άλλο, όχι δε θέλω να κατηγορήσω κανένα, αλλά υπάρχει στη χώρα υψηλό ποσοστό ανθρώπων που όπως λέγαμε και στο χωριό μου δε νογάνε, δε νιώθουνε μωρέ, κοινώς, η αντιληπτική ικανότητα έχει νεκρώσει προ πολλού.
Και ένα σωρό ακόμα παράγοντες, γνωστοί, οικογένεια, περίγυρος, συνάδελφοι, ετσετερά,  δεν τους επαναφέρουν στη στοιχειώδη λογική. Σκεφτείτε λίγο, δεν έχετε “πιάσει” περίεργες συμπεριφορές στην καθημερινότητα, από ανθρώπους που αν το καλοσκεφτείς δε θέλουν πολύ να καταλήξουν σήριαλ κάτι (killers, bullies, suiciders, sex criminals και τα λοιπά);
Θα μου πει κάποιος, ρε καλλιτέχνη, αυτά σε πειράξανε; εδώ σε πολύ βασικότερα βλέπουμε αγριότητες. Κι όμως, αγαπητέ αντιρρησία, η σημειολογία της καθημερινότητας μας διδάσκει, ότι πάντα υπάρχουν μικρές “ανώδυνες” προειδοποιήσεις πριν ξεσπάσει η κόλαση. Ο διάβολος εισχωρεί από τις χαραμάδες των λεπτομερειών, που έλεγε και ένας σπουδαίος Ιάπωνας διδάσκαλος

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Τα 14 πιο πιστά σκυλιά της Ιστορίας

bobbie02

Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε τα 14 πιο πιστά σκυλιά που έμειναν στην ιστορία. Σίγουρα ωστόσο, υπάρχουν πολλά περισσότερα παραδείγματα ηρωικών σκύλων που μας διδάσκουν καθημερινά τι σημαίνει αυθεντική αγάπη.
Bobbie the Wonderdog1. Bobbie the Wonder Dog
Ο Bobbie ήταν μια διασταύρωση σκωτσέζικου ποιμενικού και αγγλικό Shepherd. Το 1923, σε μια οικογενειακή οδική εκδρομή στην Ινδιάνα, ο Bobbie, ο οποίος ήταν δύο ετών, ξέφυγε από τους ιδιοκτήτες του και χάθηκε. Μετά από διεξοδική έρευνα η συντετριμμένη οικογένειά του επέστρεψε στο σπίτι τους στο Όρεγκον. Όπως ήταν φυσικό δεν περίμεναν να δουν και πάλι το αγαπημένο τους σκυλί.
bobbie02Έξι μήνες αργότερα, εμφανίστηκε ο Bobbie ψωριάρης αδύνατος και τα πόδια του είχαν φθαρεί τόσο που φαίνονταν τα κόκαλα. Είχε όλα τα σημάδια ταλαιπωρίας που επιβεβαίωναν ότι είχε διασχίσει 4666 χλμ μέσα από πεδιάδες, βουνά, έρημο, μέσα στην παγωνιά του χειμώνα για να επιστρέψει σπίτι του. Έλαβε εκατοντάδες επιστολές από ανθρώπους απ’ όλον τον κόσμο και τιμήθηκε με ένα κόσμημα-κολάρο και τα κλειδιά της πόλης. Mάλιστα ο σκύλος ο σκύλος Rin Tin Tin κατέθεσε με το στόμα του στεφάνι στον τάφο του.Ο Bobbie είναι απόδειξη της αφοσίωσης και το Silverton τον τιμάει στην ετήσια παρέλαση των παιδιών για ζώα συντροφιάς.
freud-with-dog2. Jofi
Η Jofi ήταν το Chow Chow του Σίγκμουντ Φρόιντ. Ο Φρόιντ επέτρεπε στο σκυλί να παρακολουθεί τις συνεδρίες με τους ασθενείς του, σημειώνοντας στα χαρτιά του πόσο πολύ τον βοήθησε να διαβάζει την διάθεσή τους. Όταν οι ασθενείς ήταν ήρεμοι, η Jofi καθόταν αρκετά κοντά ώστε να μπορούν να την χαϊδέψουν. Όταν ήταν ανήσυχοι, κρατούσε μια απόσταση.
 
 CR-and-Shep_23. Shep
Ο Shep ήταν ένας ποιμενικός που εμφανίστηκε το 1936 σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό της Μοντάνα.
Ο σκύλος πρωτοεμφανίστηκε όταν φορτώθηκε στο τρένο ένα φέρετρο για να πάει στις Ανατολικές ΗΠΑ. Όταν το τρένο έφυγε, ο Shep συνέχισε να επιστρέφει στο σταθμό για κάθε επόμενο τρένο που ερχόταν. Πήρε λίγο καιρό στους υπαλλήλους του σταθμού να συνειδητοποιήσουν πως το φέρετρο πιθανότατα ανήκε στον ιδιοκτήτη του σκύλου, και ο σκύλος ερχόταν σε κάθε τρένο περιμένοντας να κατέβει το αγαπημένο του αφεντικό.
sheptrain.teaserΟι υπάλληλοι του σταθμού άρχισαν να φροντίζουν τον Shep, που ζούσε πλέον στο σταθμό, και έτσι έγινε γνωστός σε όλους όσους περνούσαν από εκεί. Το 1942 ο Shep πέθανε, όταν τον πάτησε ένα από τα τρένα που περίμενε. Λέγεται πως στεκόταν με τα μπροστινά του πόδια στις ράγες και απλώς δεν άκουσε το τρένο εγκαίρως, και ο μηχανοδηγός δεν πρόλαβε να σταματήσει. Προς τιμήν του στήθηκε ένα άγαλμα το 1994 στο Φορτ Μπεντόν της Μοντάνα. Το άγαλμα τον δείχνει να στέκεται με τα μπροστινά πόδια στις ράγες, περιμένοντας το τρένο.
9109eb27-d9af-4753-9b82-0a1f0ad63712.img_assist_custom4. Fido
FIDO-QUATTRO.img_assist_customΤο 1943, ο ιδιοκτήτης του Fido, Carlo Soriani, έχασε τη ζωή τους σε μια αεροπορική επιδρομή κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τα επόμενα 14 χρόνια, μέχρι το 1957 που ο Fido πέθανε,επέστρεφε στη στάση του λεωφορείου που ήταν κάποτε το σημείο συνάντησης με τον κύριό του.

Odysseus_and_Euryclea_by_Christian_Gottlob_Heyne_-_Project_Gutenberg_eText_137255. Άργος
Πρόκειται για τον πιστό σκύλο του Οδυσσέα που αναγνώρισε τον κύριό του ύστερα από είκοσι χρόνια. Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας ήταν μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο προκειμένου να ανακαλύψει το τι συνέβαινε στο ανάκτορό του κατά τη μακρά απουσία του. Aμέσως μετά, ο Άργος πέθανε.
Hachiko-A-Dog-s-Story-hachiko-a-dogs-story-14893537-1280-960.img_assist_custom
6. Hachiko
Ίσως ο πιο γνωστός σκύλος της ιστορίας, ράτσας Ακίτα. Ο Hachiko είχε αφεντικό έναν καθηγητή του Πανεπιστημίου του Τόκιο, ο οποίος έπρεπε κάθε μέρα να πάρει το τρένο από το σταθμό της Σιμπούγια. Κάθε μέρα ο Hachiko τον περίμενε στο σταθμό να επιστρέψει.Μια μέρα, όμως, ο καθηγητής πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία και δεν επέστρεψε ποτέ.
MV5BMTAxMDA2MjM4NDReQTJeQWpwZ15BbWU3MDE0NTgxMTM._V1._SY317_CR30214317_.img_assist_customΟ Hachiko δόθηκε σε άλλο ιδιοκτήτη, αλλά το έσκαγε συνέχεια, και πήγαινε στο σπίτι που ζούσε με το αγαπημένο του αφεντικό. Κάποια στιγμή κατάλαβε πως το αφεντικό του δεν θα επιστρέψει στο σπίτι, και έτσι άρχισε να πηγαίνει να τον περιμένει στο σταθμό της Σιμπούγια. Κάθε μέρα για εννέα ολόκληρα χρόνια πήγαινε στο σταθμό την ώρα που ερχόταν το τρένο που έφερνε το αφεντικό του και περίμενε. Σιγά σιγά οι υπάλληλοι του σταθμού και κάποιοι καθημερινοί επιβάτες του τρένου άρχισαν να συγκινούνται από την αφοσίωσή του και να τον φροντίζουν, δίνοντάς του φαγητό και νερό, μέχρι τον θάνατό του το 1935. hachiko-Statue2.img_assist_custom
Το 1934 στήθηκε άγαλμα του Hachiko στο σταθμό της Σιμπούγια, αλλά ανακυκλώθηκε για εξοπλισμό κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα νέο άγαλμα στήθηκε προς τιμήν του το 1948, όπου υπάρχει μέχρι και σήμερα. Η έξοδος κοντά στην οποία στήθηκε το άγαλμα, ονομάστηκε “Έξοδος του Hachiko”.
capitan-grave-main7. Capitan 
Για έξι χρόνια, ο Γερμανικός Ποιμενικός από τους πρόποδες της Αργεντινής έχει γίνει άγρυπνος φρουρός στον τάφο του ιδιοκτήτη του. Μυστηριωδώς, παραμένει άγνωστο στην οικογένεια του εκλιπόντος πώς ο Capitan ξεχώρισε το μνήμα μέσα σε τόσα άλλα. Ο σκύλος δεν ήταν παρών στηνκηδεία . Ήταν μια Κυριακή μετά την επιστροφή από το νεκροταφείο, όταν η οικογένεια παρατήρησε την πένθιμη συμπεριφορά του Capitan . Ο υπεύθυνος του νεκροταφείου είπε στην οικογένεια πως τον έβλεπε τον Capitan να περιπλανιέται προσπαθώντας να βρει  τον τάφο του ιδιοκτήτη του.
09statue-barry8. Barry der Menschenretter 
Ένας σκύλος-διασώστης, Αγίου Βερνάρδου. Έζησε στα βουνά της Ελβετίας. Ο Barry έσωσε πάνω από 40 ανθρώπους, μέχρι το θάνατό του στο Μπερν. Πέθανε σε ηλικία 14 ετών το 1814. Προς τιμήν του στήθηκε ένα μνημείο στην είσοδο του νεκροταφείου κατοικίδιων Cimeti 232 des Chiens στο Παρίσι.
greyfriars-bobby-monument-edinburgh
9. Greyfriars Bobby 
Ο ιδιοκτήτης του Bobby πέθανε το 1858 από μια αρρώστια. Από τότε ο Bobby καθόταν και φύλαγε τον τάφο του αγαπημένου του αφεντικού για 14 ολόκληρα χρόνια. Το 1872 πέθανε και η αγάπη του για το αφεντικό του συγκίνησε πολλούς, τόσο μάλιστα που για να μην το μαζέψουν ως αδέσποτο ανέλαβε την προστασία του ο δήμος της περιοχής.
Το 1873, στήθηκε άγαλμα προς τιμήν του στην άκρη της Γέφυρας του Γεωργίου IV στο Εδιμβούργο όπου έζησε.

Balto_east_hazy_day_jeh10. Balto
Ο Balto, ήταν ένα χάσκυ  η ιστορία του οποίου έχει γίνει και ταινία. Το 1925 ξέσπασε μια επιδημία στην πόλη Νομ της Αλάσκας και το μόνο φάρμακο που υπήρχε έπρεπε να μεταφερθεί από μια μακρινή πόλη. Όμως το τραίνο δεν μπορούσε να το μεταφέρει καθώς είχε παγώσει η μηχανή του και έτσι ο μόνος τρόπος να φτάσει το φάρμακο ήταν με έλκυθρο που το έσερναν σκύλοι.
Αρχηγός της ομάδας σκύλων ήταν ο Balto, ο οποίος κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα χωρίς να χάσει το δρόμο του ακόμα και με μηδενική ορατότητα και χιονοθύελλα.
Με την καθοδήγηση του Balto, το φάρμακο έφτασε στον προορισμό του και έσωσε την πόλη, έχοντας διανύσει πάνω από χίλια χιλιόμετρα μέσα σε μόλις πεντέμισι μέρες. Ο οδηγός του ελκήθρου, Gunnar Kaasen, όταν οι κάτοικοι της πόλης θέλησαν να τον ευχαριστήσουν είπε πως η δόξα αξίζει και στον Balto.  Πέθανε το 1933, ενώ προς τιμήν του στήθηκε το 1925 ένα άγαλμά του στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης.
Swansea_Jack_memorial11. Swansea Jack  
Ο Jack ήταν ένα Ριτρίβερ από το Γουέηλς της Βρετανίας.  Ζούσε μαζί με το αφεντικό του δίπλα από ένα ποτάμι. Το 1931 έσωσε ένα δωδεκάχρονο παιδί που είχε παρασυρθεί από το ποτάμι, αλλά δεν δόθηκε δημοσιότητα στο όλο θέμα. Λίγες εβδομάδες αργότερα έσωσε έναν κολυμβητή και άρχισε σιγά σιγά να γίνεται διάσημος για τις διασώσεις του.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Jack έσωσε από το ποτάμι 27 ανθρώπους μέχρι τον θάνατό του το 1937 από δηλητηρίαση. Ένα μνημείο προς τιμήν του στήθηκε μετά τον θάνατό του στη Σουάνσα.
Sculpture_mancsdog_miskolc12. Mancs
Πρόκειται για ένα Γερμανικό Ποιμενικό σκύλο διασώστη από το Μίσκολκ της Ουγγαρίας. Ο Mancs ειδικευόταν στον εντοπισμό εγκλωβισμένων κάτω από συντρίμμια ανθρώπων μετά από σεισμούς. Αναγνώριζε από τη μυρωδιά εάν ο εγκλωβισμένος ήταν νεκρός ή ζωντανός και έκανε ανάλογο σήμα. Αν ο εγκλωβισμένος ήταν νεκρός, ο Mancs ξάπλωνε, ενώ αν ήταν ζωντανός σηκωνόταν κουνώντας την ουρά του και γαύγιζε.
Ο Mancs έγινε διάσημος όταν έσωσε ένα τρίχρονο κοριτσάκι που πέρασε 82 ώρες θαμμένο κάτω από συντρίμμια μετά από ένα σεισμό στην Τουρκία το 1999 και έλαβε μέρος σε πολλές διασώσεις, μέχρι τον θάνατό του από πνευμονία το 2006. Προς τιμήν του στήθηκε το 2004 ένα άγαλμα στο Μίσκολκ. Το άγαλμα τον απεικονίζει να ψάχνει για εγκλωβισμένους στα συντρίμμια.
tumblr_m656qck7kA1qbmmf6o1_50013. Sergeant Stubby
Πρόκειται για ένα pit bull terrier το οποίο υπηρέτησε τον αμερικανικό στρατό τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Υπηρέτησε 18 μήνες και πήρε μέρος σε 17 μάχες. Σε βαθμό έφτασε μέχρι λοχίας. Μερικά από τα κατορθώματα του ήταν να μεταφέρει μηνύματα μέσα από πυρά, να βρίσκει τραυματισμένους και να κάθετε μαζί τους μέχρι να έρθει βοήθεια.
Μια φορά μύρισε χημικό ( mustard ) που είχαν ρίξει οι Γερμανοί και προειδοποίησε όλη την μεραρχία και φυσικά έσωσε πολλές ζωές. Ακόμα μια φορά αντιλήφθηκε έναν Γερμανό κατάσκοπο και του επιτέθηκε αρπάζοντάς τον από τα πόδια. Τον έριξε κάτω και τον κράτησε μέχρι που ήρθαν οι στρατιώτες και τον συνέλαβαν. Πέθανε στις 4 Απριλίου 1926 από γηρατειά.
ufiles139314. Jim το σκυλί θαύμα
Ο Jim γεννήθηκε στη Λουιζιάνα το 1925. Εμφάνιζε σημάδια υψηλής νοημοσύνης. Ήταν σε θέση να επιλέξει τα χρώματα που φορούσε ένα πρόσωπο, αν και προφανώς οι σκύλοι δεν βλέπουν χρώματα. Μπορούσε να επιλέξει ένα αυτοκίνητο από τον ιδιοκτήτη του, το χρώμα, τη μάρκα, ή τον αριθμό της πινακίδας. Ο Jim ήταν κυνηγόσκυλο το όποιο μάντευε πάντα με επιτυχία που θα ήταν τα θηράματα.
Ο Jim εξετάστηκε στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι από μια ομάδα κτηνιάτρων και επιστημόνων, απάντησε σε επιτυχία σε προσταγές που του είχαν δοθεί στα ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά.  Μετά τον πήραν σε ένα ελληνικό μάθημα και του δόθηκαν προσταγές στην ελληνική γλώσσα στις οποίες απάντησε με επιτυχία. Και το πιο καταπληκτικό, μπορούσε να προβλέψει με επιτυχία το φύλο ενός αγέννητου βρέφους.
Πέθανε στις 18 Μαρτίου 1937 και θάφτηκε στο νεκροταφείο στο Μάρσαλ. Μια μικρή άσπρη πέτρα τοποθετήθηκε πάνω στον τάφο του που φέρει την επιγραφή “Jim, the Wonder Dog”.

  Το οριζόντιο ύψος Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπό...