Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

Το σκιουράκι – Ερωτική ιστορία

Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε και κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα μοιαζε μ’ όλα τα άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια.
Μόλις σουρούπωνε , το σκαγε απ’ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιούν νερό….
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί και ασβοί και βατραχάκια…
Το σκιουράκι ένοιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
 Μπορείς να μ’ αγαπάς?
Τα πιο πολλά γελούσαν. Άλλα δεν έμπαιναν καν στον κόπο ν’ απαντήσουν. Κι άλλα του λέγανε: Δεν έχω χρόνο – ή δεν ξέρω τι είναι ν αγαπάς….
Κι αυτό γινότανε κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου, μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
– Μπορώ. Έλα ν αγαπηθούμε.
– Μπορείς? Πόσο χαίρομαι!
– Πες μου όμως, τι πα’ να πει ν αγαπηθούμε?
– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόντουσαν στα μάτια για μερόνυχτα….
 Τώρα αγαπιόμαστε?
– Όχι βέβαια. Αλοίμονο αν ήταν τόσο απλό. Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα! …
– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω!
Τώρα δεν αγαπιόμαστε?
– Όχι ακόμα. Για ν αγαπηθούμε πα να πει και να χουμε κάτι ο ένας απ τον άλλον. Έλα ν αλλάξουμε χρώματα. Δως μου λίγο απ το καστανόμαυρο τρίχωμα σου κι εγώ θα σου δώσω απ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έτσι έκαναν…
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
– Τώρα αγαπιόμαστε?
– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει ν αγκαλιαστουμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μια αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεε… ώπ!
– Τώρα αγαπιόμαστε?
– Τώρα.
Και που λέτε όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγιναν κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει μια βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ αστέρια – έγιναν ένα …
Κι ύστερα βγήκε απ τον ουρανό τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ τα σύννεφα…
Και πέρασε καιρός. Να τανε χρόνια, να τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος είναι άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψυθίρισε:
 Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστικα από το τρέξιμο. Θα θελα να γυρίσω πίσω.
– Κουράστηκες? Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.
– Για μένα είναι. Έπειτα το χω ξανακάνει. Λίγοι αντέχουν δεύτερη φορά. Ειναι επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…
Αυτά είπε. Και με πολύ μεγάλη ευκολία, πήδηξε πάνω σε ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…
– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είναι αστείο να τρέχω μόνο μου στον ουρανό…
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ ορκίζομαι – το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
– Εεεεεε … ωωωωωωω… Είναι κανείς εδώ? Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιός θα μπορούσε να μου πει πως θα ξαναγυρίσω πίσω?
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανείς.
– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα? Εεεεε …. ωωωωω…. Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ?
Τότε μια μικρή φωνούλα έφτασε στ αυτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σαν να βγαινε από μέσα του.
– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
– Μου μίλησε κανείς? Τίποτα δε βλέπω.
– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στο Γαλαξία. Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Εγώ μόνο μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω απ τη γη., κι έτσι ύστερα σιγά – σιγά θα κατεβούμε. Μόνο που έχω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι ενέργεια μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε, θα πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…
– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω?
– Ξέρω κι εγώ? … το τρίχωμα σου, τις πατούσες σου, ένα κομμάτι απ την καρδιά σου…
– Το τρίχωμα μου και οι πατούσες μου είναι δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…
– Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καιώ την πρώτη… Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι, μ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φάνηκε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του. Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι αυτόν. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτα άλλο.
– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είναι άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ αυτό…
– Σσσσσς! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα… Καίω τη δεύτερη πατούσα. Κατεβαίνουμε …
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσα σε ρεύματα τόσο τρελλά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθάρα, τα δέντρα, τα πουλάκια, του ποτάμι και ξαφνικά…
Πλάτς! … Και μετά τίποτα…
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του βαζε οινόπνευμα κι ύστερα του φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του βαζε επιδέσμους και το χάιδευε….
– ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως είδε να σκύβει από πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στα μάτια του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνομοσύνη δεν μπορούσε. Κοιτάζονταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα….
– Μπορείς να μ αγαπάς?
Το σκιουράκι αναστέναξε χωρίς καθόλου λύπη.
– Φοβάμαι πως δε μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για να σ αγαπήσω…
– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ΄τη δική μου.
– Όμως ν αγαπηθούμε πα να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.
– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί? Ν αγαπηθούμε πα να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να μαστε οι δυό μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέξουμε, ούτε που θα πάμε…
Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ αγαπάς θα σου φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα ναι πιο όμορφα, γιατί θ ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα είμαστε εμείς….
Τι έγινε μετά κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να ξέρω?
Λένε πως τους είδανε να φεύγουν για την Ανατολή, περπατώντας και οι δυο μετα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δέντρων.
– Λένε …
Πάντως ποτέ – μα ποτέ – κανείς δεν τους ξανάδε πια!

Το αετόπουλο στο κοτέτσι

Chicken_by_Ugil
“Μια άνοιξη ένας αγρότης διασκέδαζε καθημερινά μ’ ένα ζευγάρι αετών που τους έβλεπε να πετούν, να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στο κτήμα του.
Όταν μετά από μερικές μέρες τους έχασε, πήγε στον τόπο όπου είχε εντοπίσει ότι κατέβαιναν, για να δει τι υπήρχε εκεί, βρήκε μια εγκαταλειμμένη φωλιά μ’ ένα αυγό μέσα. Πήρε το αυγό, το πήγε στο κοτέτσι και το έβαλε μαζί με τα αυγά μιας κότας, με την ελπίδα να το κλωσήσει εκείνη, να γεννηθεί το αετόπουλο, να μεγαλώσει και να πετάξει.
Σε δύο βδομάδες το αυγό άνοιξε και ένα υγιέστατο αετόπουλο γεννήθηκε. Ζώντας ανάμεσα στα κοτόπουλα, άρχισε σιγά σιγά να μαθαίνει και να συνηθίζει τους τρόπους τους και να θρέφεται με το καλαμπόκι που ο αγρότης τα τάιζε. Ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό βλέπει από πάνω του πουλιά να πετάνε. ‘Τι θαυμάσιο είναι να πετάς έτσι! Θα ήθελα πολύ να μπορέσω να πετάξω κι εγώ’ σκέφτηκε.
Μόλις είπε την ιδέα του στα κοτόπουλα, εκείνα γέλασαν και του απάντησαν: ‘Τι ηλίθια ιδέα! Εσύ είσαι κοτόπουλο. Τα κοτόπουλα δεν πετούν! . Ποτέ δε θα μπορέσεις να πετάξεις,! ό,τι κι αν κάνεις’. Η μητέρα του φοβισμένη του είπε: ‘Αν προσπαθήσεις να πετάξεις, θα πέσεις πάνω στα σύρματα του κοτετσιού και θα σπάσεις τα φτερά σου’. Ο κόκορας πατέρας του συμπλήρωσε με το λογικό επιχείρημα: ‘Ακόμα κι αν πετάξεις, θα είναι πολύ δύσκολο να βρεις τροφή, θα πεινάσεις και θα πεθάνεις’.
eagle-chicken_1124027i
Όλα τα κοτόπουλα συμφώνησαν ότι το μικρό αετόπουλο δεν έπρεπε να προσπαθήσει να πετάξει. ‘Είναι ονειρεμένα να πετάς ψηλά όπως τα πουλιά’ έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του. ‘Επιθυμώ τόσο πολύ να το καταφέρω’. Κοίταζε και ξανακοίταζε τα πουλιά που πετούσαν στον αέρα και άρχισε να μελαγχολεί. Αλλά ποτέ δεν προσπάθησε. Πίστεψε τα κοτόπουλα. Όσο οι μέρες περνούσαν, το αετόπουλο όλο και λιγότερο μίλαγε για το πέταγμα. Δεν μπορούσε όμως να βγάλει από την καρδιά του τη μεγάλη του επιθυμία να πετάξει. Η θλίψη κι ο καημός του άρχισαν σιγά σιγά να κατασπαράζουν το σώμα του. Η τροφή και η επιθυμία για ζωή έχασαν κάθε νόημα για εκείνο.
Πέρναγε όλο και περισσότερες ώρες μόνο του, συχνά μέσα στο πέτρινο κοτέτσι. Κάποια μέρα ο αγρότης παρατήρησε ότι έλειπε από την αυλή του κοτετσιού. Πίστεψε ότι το αετόπουλο μεγάλωσε και πέταξε, αλλά! πήγε να το επαληθεύσει. Το κοτέτσι ήταν σκοτεινό, αλλά όταν άναψε το φως, μέσα σε μια γωνία είδε ένα σωρό από μαύρα φτερά. Τα σήκωσε και ήταν το αετόπουλο. Είχε πεθάνει από τη θλίψη του.”__
Το δίδαγμα της ιστορίας λοιπόν είναι να μην πάψει ποτέ κανείς να πιστεύει ότι είναι αετόπουλο και ότι μπορεί να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει. Το να βρει κανείς τους δρόμους της ζωής δεν είναι ποτέ ζήτημα γνώσης και συμβουλών, αλλά η ανακάλυψη της ίδιας της ψυχής μας.Και αυτό μόνο ο εαυτός μας μπορεί να το επιτύχει.
Πολλοί από εμάς αν κάνουμε την εσωτερική αναζήτηση μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε αετόπουλα που ζούμε σε κοτέτσι, και ψάχνοντας γύρω μας για κοτόπουλα, θα δούμε πολλά. Στο χέρι μας είναι να ανακαλύψουμε λύσεις και τρόπους να πετάξουμε μακριά από το δικό μας κοτέτσι.
Πρέπει να πιστέψουμε στον εαυτό μας και να δοκιμάσουμε. Αν δοκιμάσουμε, θα πετύχουμε κάτι. Κι αν πετύχουμε, θα πιστέψουμε στον εαυτό μας. Κανείς δεν γεννιέται με πίστη, με τσαγανό, με κουράγιο και όνειρα. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ζωής μας. Αρκεί να ζούμε το ταξίδι της μαθησιακά. Να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε συνεχώς από τις εμπειρίες μας, τα λάθη, τις αποτυχίες, τις επιτυχίες, τις δικές μας και των άλλων. Να παρατηρούμε και να καταλαβαίνουμε το περιβάλλον μας. Να εντοπίζουμε τους περιορισμούς, τις ευκαιρίες, και τις απειλές που υπάρχουν μέσα σε αυτό.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Ο επιχειρηματίας και ο ψαράς


“Ένας Μεξικανός με το σομπρέρο του είναι αραχτός σε μία όμορφη παραλία και ψαρεύει με το καλάμι και την πετονιά του. Ένας Αμερικανός τουρίστας, επιχειρηματίας, τον πλησιάζει με διάθεση να τον συμβουλεύσει και γίνεται μεταξύ τους ο εξής διάλογος:
Αμερικανός: Πόσα ψάρια βγάζεις κάθε μέρα;
Μεξικανός: Όσα χρειάζομαι για να τρώω
Αμερικανός: Γιατί δεν ρίχνεις ταυτόχρονα περισσότερες πεπονιές να πιάνεις περισσότερα;
Μεξικανός: Και τι να τα κάνω;
Αμερικανός: Θα τα πουλάς, θα μαζέψεις χρήματα, θα αγοράσεις βάρκα και δίχτυα, θα πιάνεις και θα πουλάς περισσότερα ψάρια και θα βγάζεις ακόμη περισσότερα χρήματα.
Μεξικανός: Και μετά;
Αμερικανός: Μετά θα αγοράσεις ένα καίκι και θα αυξήσεις πολύ τα χρήματα που θα βγάζεις.
Μεξικανός: Και μετά;
Αμερικανός: Μετά θ’ αγοράσεις περισσότερα καίκια, θα κάνεις μεγάλο στόλο και θα γίνεις πλούσιος.
Μεξικανός: Και μετά;
Αμερικανός: Μετά θα δουλεύουν άλλοι για σένα και εσύ θα κάθεσαι και θα απολαμβάνεις.
Μεξικανός: Γιατί; Τώρα τι κάνω;  “
===
Για να ζήσουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε, πρώτα πρέπει να ξέρουμε το πως θέλουμε να ζήσουμε. Για να κάνουμε τα όνειρα μας πράξη, πρέπει πρώτα να έχουμε όνειρα. Για να ολοκληρωθούμε ως άνθρωποι και να πραγματώσουμε τις δυνατότητες μας, χρειάζεται να ανακαλύψουμε ποιο είναι το νόημα της ζωής για εμάς.
Καλή ζωή σημαίνει βεβαίως, να κάνουμε τα όνειρα μας πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα σημαίνει να κάνουμε και την πραγματικότητα μας όνειρο, ζώντας και απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή. Να δίνουμε νόημα στα μεγάλα αλλά και στα μικρά καθημερινά πράγματα. Να απολαμβάνουμε τον αέρα που αναπνέουμε, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα άστρα που αντικρίζουμε, το κρασί που πίνουμε, τη μουσική που ακούμε, τους ανθρώπους που συναντούμε, τις σκέψεις που κάνουμε, τα πράγματα που δημιουργούμε, τη στοργή, την αγάπη και την εκτίμηση που παίρνουμε και δίνουμε. Να κάνουμε δηλαδή πράξη το “άδραξε τη μέρα” που κήρυσσε ο καθηγητής πρωταγωνιστής στην ταινία “ο κύκλος των χαμένων ποιητών”.
Δυστυχώς η ζωή μας είναι μικρής διάρκειας και κάθε στιγμή που φεύγει δεν ξανάρχεται. Όσο περισσότερες ευχάριστες και απολαυστικές στιγμές ζήσουμε, τόσο πιο πλούσια η ζωή μας. Αλλά στις δύσκολες στιγμές, όπως αυτές της θλίψης, της λύπης, της οργής, του θυμού, μπορούμε να τις βιώνουμε λιγότερο ή περισσότερο θετικά, λιγότερο ή περισσότερο γοητευτικά.
Ακόμα και στη εργασία μας -ανεξαρτήτως του αν αποτελεί επιλογή μας ή την κάνουμε εξαναγκαστικά για την επιβίωση- μπορούμε να βρούμε θετικές πτυχές, όπως η χρησιμότητα και η συμβολή της στα αποτελέσματα, οι επαφές με τους συναδέλφους, η δημιουργία και η βελτίωση με νέες ιδέες και πειραματισμούς, το ευχάριστο και διασκεδαστικό κλίμα.

Ο νερουλάς και το πιθάρι


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, σ’ένα πολύ μικρό χωριουδάκι, ένας άντρας, που δούλευε σαν νερουλάς.
Εκείνα τα χρόνια, το νερό δεν έβγαινε από τις βρύσες, αλλά βρισκόταν στον πάτο τρίσβαθων πηγαδιών ή έρεε άφθονο στα ποτάμια. Καθώς δεν υπήρχαν ανοιγμένα πηγάδια κοντά στο χωριό, όποιος δεν ήθελε να πάει ο ίδιος να βρει νερό, έπρεπε να το αγοράσει από κάποιον από τους νερουλάδες που πηγαινοερχόταν με μεγάλα πιθάρια γεμάτα με το πολύτιμο νερό.
Ένα πρωί, ένα από τα πιθάρια ράγισε κι άρχισε να χάνει νερό στη διαδρομή. Μόλις έφτασε στο χωριό, οι αγοραστές πλήρωσαν τα συνηθισμένα δέκα νομίσματα για το δεξί πιθάρι, αλλά μόνο πέντε για το περιεχόμενο του άλλου που έφτανε μόλις στη μέση.
Η αγορά ενός καινούργιο πιθαριού ήταν υπερβολικά ακριβή για τον νερουλά. Έτσι, αποφάσισε πως έπρεπε να επιταχύνει το βήμα του, για να αντισταθμίσει τη διαφορά στα λεφτά που έβγαζε.
Επί δύο χρόνια, ο άνθρωπος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται με σταθερό βήμα. Έφερνε νερό στο χωριό κι έπαιρνε τα δεκαπέντε νομίσματά του σαν πληρωμή για ενάμισι πιθάρι νερό.
Ένα βράδυ, ξύπνησε από ένα «τσιστ» στο δωμάτιό του :
«Τσισσστ … Τσισσστ …»
«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ο άνθρωπος.
«Εγώ είμαι» είπε μια φωνή που έβγαινε από το ραγισμένο πιθάρι.
«Γιατί με ξυπνάς τέτοια ώρα;»
«Υποθέτω πως, αν σου μίλαγα κάτω από το φως της μέρας, η τρομάρα δεν θα σ’ άφηνε να μ’ ακούσεις. Κι έχω ανάγκη να μ’ ακούσεις».
«Τι θέλεις;»
«Θέλω να σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Δεν φταίω εγώ για τη ρωγμή απ΄ όπου στάζει το νερό, αλλά ξέρω πόσο κακό σου έκανα. Κάθε μέρα, όταν φτάνεις στο χωριό κουρασμένος και παίρνεις για το περιεχόμενό μου τα μισά λεφτά, μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Εγώ ξέρω πως έπρεπε να με είχες αντικαταστήσει μ΄ένα καινούργιο πιθάρι και να με είχες ξεφορτωθεί, και ωστόσο με κράτησες πλάι σου. Θέλω να σε ευχαριστήσω και να σου ζητήσω για άλλη μια φορά συγνώμη».

«Είναι αστείο που μου ζητάς συγνώμη» είπε ο νερουλάς. «Αύριο, νωρίς νωρίς, θα βγούμε μαζί εσύ κι εγώ. Θέλω να σου δείξω κάτι».
Ο νερουλάς συνέχισε τον ύπνο του μέχρι την αυγή. Όταν ο ήλιος φάνηκε στον ορίζοντα, πήρε το ραγισμένο πιθάρι και πήγε μαζί του στο ποτάμι.
«Κοίτα» είπε μόλις έφτασαν, δείχνοντας την πόλη. «Τι βλέπεις;».
«Την πόλη» είπε το πιθάρι.
«Τι άλλο;» ρώτησε ο άντρας.
«Δεν ξέρω … Το δρόμο» απάντησε το πιθάρι.
«Ακριβώς. Κοίτα τις δύο άκρες του μονοπατιού. Τι βλέπεις;».
«Βλέπω την ξερή γη και τις πέτρες στη δεξιά μεριά του δρόμου και τα λουλούδια στην αριστερή μεριά» είπε το πιθάρι, που δεν καταλάβαινε τι ήθελε να του δείξει ο ιδιοκτήτης του.
«Για πολλά χρόνια έχω διανύσει αυτό το θλιμμένο και μοναχικό δρόμο κουβαλώντας νερό μέχρι το χωριό και παίρνοντας την ίδια ποσότητα χρημάτων και για τα δύο πιθάρια … Αλλά μια μέρα πρόσεξα πως είχες ραγίσει κι έχανες νερό. Δεν μπορούσα να σε αλλάξω, κι έτσι πήρα μια απόφαση : αγόρασα σπόρους λουλουδιών όλων των χρωμάτων και τους φύτεψα στις άκρες του μονοπατιού. Σε κάθε διαδρομή που έκανα, το νερό που έσταζε πότιζε την αριστερή μεριά του μονοπατιού και, σε αυτά τα δύο χρόνια, κατάφερες να κάνεις αυτή τη διαφορά».
Ο νερουλάς έκανε μια παύση και χαϊδεύοντας το πιστό του πιθάρι, του είπε : «Κι εσύ μου ζητάς συγνώμη; Τι σημασία έχουν μερικά νομίσματα λιγότερα, αν χάρη σ΄ εσένα και τη ρωγμή σου τα λουλούδια του δρόμου κάνουν πιο χαρούμενη τη διαδρομή μου; Εγώ είμαι αυτός που πρέπει να ευγνωμονεί το ελάττωμά σου».
Παραμύθι από τη Χιλή

Οδ. Ελύτης – Χρόνος Δεσμώτης και Χρόνος Λυόμενος


Ευδαίμων και ποιητικός ο νέος χρόνος! Όπου ποίηση εννοείται «όχι μόνο η σύνθεση στίχων αλλά και η ανασύνθεση ζωής μεταφορικά και κυριολεκτικά».
TΟΝ ΕΚΛΕΙΣΑΜΕ σ’ ένα μικρό κουτί μεταλλικό που τ’ ονομάσαμε «ωρολόγιον», και ησυχάσαμε. Όμως αυτό το κλασικό τικ τακ που απασχολούσε τους παλαιούς μυθιστοριογράφους μπορεί να είναι μέτρηση, μπορεί και διαμαρτυρία. Τίνος είναι, ο ένας του άλλου, δεσμώτης; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ήλιο τον ανίδεο μετρητή μας; Και τι ’ναι τα ημερονύχτια; Κέρματα που τα ρίχνουμε σ’ ένα τρύπιο κουμπαρά;
Δεύτερη φύση – Προσανατολισμοί
Οι σοφοί, μερικοί σοφοί τουλάχιστον, διατείνονται ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Άλλοι το αντίθετο. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά. Όσο απλοϊκός είναι κι ο τρόπος που βλέπουμε να προσπαθούν οι περισσότεροι ν’ αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν τον υποθετικό τους εχθρό, που τον φαντάζονται να καραδοκεί σε κάποια γωνία το πέρασμά τους, μ’ ένα σακούλι, γεμάτο ρυτίδες και λευκά μαλλιά, στο χέρι. Αξίζει να τους ιδούμε.
Η Μαρίνα των Βράχων – Προσανατολισμοί
Υπάρχουν, εν πρώτοις, οι εκατομμυριούχοι των βιωμάτων, που με απανωτές περιπέτειες, ταξίδια, γάμους, επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν, να τον στουμπώσουν σε τέτοιο σημείο, που κυριολεκτικά να μη βρίσκει τρόπο να υποδηλώσει την παρουσία του· να ’ναι σαν να μην αφορά τουλάχιστον τη δική τους περίπτωση.
Στο άλλο άκρο υπάρχουν οι μοναχικές υπάρξεις, οι ασκητές, οι στυλίτες στο είδος τους, που του αρνούνται τροφή κι αισθάνονται ότι έτσι του έχουν αφαιρέσει κάθε υπόσταση· ότι ζούνε χωρίς να υπάγονται στους δικούς τους νόμους.
Τέλος, υπάρχουμε κι εμείς, οι άλλοι, που βαυκαλιζόμαστε προς στιγμήν με την ιδέα ότι εάν δεν υπήρχε ο χρόνος θα μπορούσαμε να ’μαστε οι αιώνιοι νεόνυμφοι μιας αγνώστου ταυτότητας ευτυχίας. Ύστερα, το βάζουμε κάτω, και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.

Το Μονόγραμμα
Κανείς μας δεν έδειξε την πρόθεση να τον κτυπήσει στο αδύνατο σημείο του, που είναι η συμβατική του υπόσταση, αυτή που εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε απλώς για να διευκολύνει τις καθημερινές μας συναλλαγές. Μας τρομάζει το ποσοστό της αυθαίρετης σκέψης που απαιτείται για να σπάσουμε το φράγμα του κοινώς νοείν και ν’ αντιληφθούμε ότι τα κομμάτια της ζωής που προσκτάται και συμπαρασύρει στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος είναι δυνατόν να νοούνται ως ανεξάρτητα, ν’ αρμόζονται από διαφορετικές πλευρές και να σχηματίζουν μιαν άλλου είδους αλληλουχία, εξίσου αν όχι και περισσότερο έγκυρη, από την άποψη ότι προβάλλει ανάγλυφη την ονειρική φύση της ζωής μας και την κατακυρώνει.
Το Άξιον Εστί
Χρειάζεται να αποβάλεις το λίπος του τυπικού των καθημερινών σου αναγκών, καθώς και όλα τα ουδέτερα ή άχροα στοιχεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα σημαντικά της ζωής σου και τ’ αποδυναμώνουν, για να νιώσεις τις πραγματικές σου διαστάσεις. Διαφορετικά, χάνεις τα μέτρα σου, περιπίπτεις από ’να σε άλλο αδιέξοδο, και στα ύστερα συνθηκολογείς. Δέχεσαι να ενσαρκώνεις το περίφημο πρακτικό πνεύμα, που μπορεί να αποσπά τον έπαινο των δικών σου επειδή σου παρέχει πλουσιοπάροχα να φας και να πιεις, την ίδια στιγμή όμως σε προσβάλλει με τον ιό της πλήξης και της μοναξιάς.
Άμε ύστερα, όσο κι αν ξαναρίχνεις την τράπουλα, να βρεις την ντάμα σπαθί της ζωής σου. Έχει γίνει αέρας. Ψάχνεις μέσα στο απορριμματοφόρο της μνήμης σου. Τίποτα. Μόνον καμία φορά, τις νύχτες που η στεναχώρια σε πνίγει, σαν να υποψιάζεσαι ότι κάτι μισοαρχινισμένες σκηνές της ζωής σου, που δεν τους είχες δώσει τη δέουσα σημασία, παραμένουν ακόμα ζωντανές, σαλεύουν, και, μόλο που τις διώχνεις, εκείνες επανέρχονται και σε παρενοχλούν μέσα στο παραΰπνι σου. Δεν καταλαβαίνεις γιατί. Και όμως. Ζητούν να συνεχίσουν κάτι που αγνοείς επειδή το έχεις ήδη απολέσει, και να συνεχιστούν από κάτι άλλο, που επίσης αγνοείς επειδή δεν έχει επισυμβεί ακόμη, θα σημάνει όμως η ώρα του, έστω και ερήμην της δικής σου παρουσίας.
Το Μονόγραμμα
Χρησιμοποιώ εξεπίτηδες την υπερβολή, που συνήθως με απωθεί, αλλ’ ακριβώς στην περίπτωση αυτή με βοηθά να πλησιάσω και να πλευρίσω το παράλογο μέρος μιας τέτοιας υπόθεσης. Όπου ανάμεσα σε μιαν υπέρμετρη αποτίμηση κι έναν άστοχο παραλληλισμό ζητώ να βρω τον κοινό τους παρονομαστή. Αλλά μήπως τι άλλο ζητάμε να κάνουμε όλοι μας, από τη γέννηση ως τον θάνατό μας, παραπλανημένοι μέσα στις συμπτώσεις και τις τυχαιότητες, που άλλοτε βλέπουμε να μας αποκλείουν την έξοδο, άλλοτε πάλι μας διανοίγουν ευρείες λεωφόρους.
Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να μπει σ’ ένα τέτοιο επικίνδυνο παιχνίδι, προπάντων αν συμβαίνει να είναι, όπως λέμε στα νομικά, «συνετός οικογενειάρχης». Αρκεί εντούτοις να ρίξει λίγο διαλυτικό στο άθροισμα των ημερών του, για να δεις ότι προ πολλού έχει μπει κι εκείνος, χωρίς ίσως να έχει πλήρη επίγνωση. Κακά τα ψέματα. Πρόκειται για μια υπόθεση που τη σηκώνει ο καθένας μας, αλλά την υποδύεται και την ερμηνεύει κατά διαστήματα και σε γραμμή ευθεία, τη στιγμή που ο αόρατος σκηνοθέτης με αλλεπάλληλους τεχνικούς χειρισμούς ολοκληρώνει ένα σενάριο δικό του όπου πρωταγωνιστείς, είναι όμως αμφίβολο –ή μάλλον από σένα εξαρτάται– αν θα παραστείς ποτέ στην προβολή του. Έτσι, και το πιο παράδοξο αποκαλύπτεται φυσικό, ή αντιστρόφως.
Μαρία Νεφέλη
Αλλά μια που φτάσαμε παίζοντας ίσαμε δω, ας κάνουμε κι ένα βήμα πιο πέρα. Έχουν να λένε ότι, έαν υπήρχε τρόπος να ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός, θα προφταίναμε στο διάστημα σκηνές της ιστορίας που η αληθινή τους φύση μας διαφεύγει. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό, προσθέτω εγώ, θα ήτανε αν διαθέταμε και διαφορετικές ταχύτητες και τις βάζαμε αδίστακτα σε ενέργεια. Οπόταν θα βλέπαμε το ίδιο φαινόμενο να επαναλαμβάνεται από την ατομική στην κοσμική κλίμακα.
Μη γελάμε. Υπάρχει για όλα τα πράγματα μια έσχατη εκδοχή, που δεν ωφελεί σε τίποτα να την αγνοούμε ή να την περιπαίζουμε. Τα εμπόδια που μας τίθενται σήμερα τελούν υπό συνεχή άρση και ανατροπή. Μια μέρα τα βαλανίδια δεν θα πέφτουν κάτω από τη βαλανιδιά, ενώ τα κατορθώματά μας θα περνάν ψηλά, πολύ πέραν από τις προθέσεις μας. Τότε και η ποίηση, που συλλαμβάνει και αποδίδει την ψυχή του ανθρώπου με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου, δεν θα μας φαίνεται πλέον ακατανόητη.

 Να λυπάσαι το έθνος


Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.
*** 
Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.
***
Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.
***
Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο αν ίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.
***
Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.
*** 
Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.
*** 
Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.
***
Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Ββ
Βάβισμα (το) = γαύγισμα « – το σκυλί βαβίζει) (από το αρχαίο βοώ)
Βαγένι (το) = το κρασοβάρελο, μεγάλο δρύινο  βαρέλι για αποθήκευση κρασιού
Βάγια = η δάφνη
Βάνω = Βάζω.
Βάρδα = απομακρύνσου, φύγε μακρυά    (βάρδα φουρνέλο !! )
Βαρέλα = (η) ξύλινο μικρό βαρέλι για νερό
Βαρικό, βαρκό (το) = βάλτος, βούρκος, χωράφι με νερό
Βγάζω = κηδεύω «τον έβγαλαν»
Βελάνι = ο καρπός της βελανιδιάς
Βέμπελη = Αφόρητη ζέστη «έβγαλα τη βέμπελη»
Βερβερίζω = κλαίω- σκούζω από τον πόνο
Βερεσέ, (επίρ.) = με πίστωση, από το τούρκικο veresiye
Βετούλι (το) = κατσίκι ενός χρόνου
Bιτσίνα (η) = εμβόλιο
Βλάμης = αδελφοποιτός
Βλάχος = ο τσέλιγκας, ο φουστανελάς, ο ακοινώνητος
Βλοημένο (το) = ευλογημένο «το βούλιαξε το βλοημένο» (ασταμάτητη βροχή)
Βολά ( η) = φορά (πρώτη βολά)
Βούζα (η) = βατράχι μεγάλο
Βούτα = 1) αρπαγή 2)ξύλινο δοχείο για τα τσίπουρα  3) το βούτηγμα της μπουκιάς
Βουτσί = 1) κρασοβάρελο – ξιδοβάρελο,  σκεύος για μεταφορά υγρών  2) «είναι βουτσί στο μεθύσι » (έχει πιει ένα κρασοβάρελο)
Βρακοζώνι (το) = η ζώνη
Βραστογαλιά (η) = βραστό γάλα
Γγ 
Γαϊδουράγκαθο (το) = αγαπημένο φυτό των γαϊδάρων
Γαλάρια (τα) =οι προβατίνες ή κατσίκες που κρατούν  γάλα, το αντίθετο από τα στέρφα που δεν έχουν
Γδυτός = γυμνός
Γέννημα (το) = το σιτάρι
Γέρνω = (μετ.) κοιμάμαι – πάω να γείρω 2) παρακμάζω
Γιδοξούρι (το) = σκωπτικά ο κουρεμένος σαν γίδι, ο άξεστος
Γιούκος (ο) = στοίβα  ρούχων που τοποθετούνται με σειρά (τούρκικη λέξη yk)
Γιοματάρι (το) = το βαγένι με το νέο κρασί
Γιούρτι (το) =  χωράφι κοντά στο σπίτι
Γκαβαλίνες (οι) = περιττώματα γαϊδάρων
Γκαβός (ο) = αλλήθωρος   (Γκαβίζω =  αλληθωρίζω)
Γκανιάζω = 1.διψάω πολύ ,2.κάνω κάτι υπερβολικά «-Το παιδί γκάνιαξε στο κλάμα»
Γκαρίζω = τραγουδάω φάλτσα (σαν τον γάιδαρο).
Γκεζεράω = Περιφέρομαι άσκοπα (- που γκεζέραγες; )
Γκεσέμι (το) = οδηγός του κοπαδιού με το μεγαλύτερο τροκάνι ή κουδούνι.
Γκιόσα (η) = μαύρη γίδα με δυο άσπρες ρίγες στο πρόσωπο ή άσπρη κοιλιά.
Γκούσια (η) = το στομάχι των πουλερικών (σλάβικη λέξη=gusa)
Γκλάβα (η) = χοντροκέφαλο, «δεν κατεβάζει (ιδέες) η γκλάβα του»
Γκλαφούνισμα = αλύχτημα σκύλου
Γκορτσιά (η) = αγριοαχλαδιά ( αρβανίτικη λέξη= goritse )
Γλάρα (η) = 1.νύστα, 2.καθαρός καιρός «-απόψε έχει γλάρα»
Γλατζινιά (η) = είδος αειθαλούς δέντρου
Γλέπω ή γλιέπω = βλέπω
Γλήγορα = γρήγορα
Γκλίτσα (η) =  Ποιμενική κυρτή σκαλιστή λαβή με περίτεχνη ξύλινη διακόσμηση που εφαρμόζει σε ραβδί.
Γκράς (ο) = 1)  είδος όπλου 2)  «είσαι γκράς» δεν παίρνεις μπρος  με τίποτα.3)  Ο σταθερός και ευθύς χαρακτήρας
Γκρατζουνάω = γδέρνω με τα νύχια
Γνέμα (το) = το νήμα
Γκαρδαμώνω = δυναμώνω – ανάρρωση
Γνέθω = φτιάχνω νήμα (γνέμα) για ύφανση στη ρόκα (γνέσιμο)
Γούπατο (το) = τόπος που βουλιάζει
Γούρνα (η) = λακκούβα με βρόμικο στάσιμο νερό (αρχαία λέξη= γρώνη)
Γουρνοτσάρουχα = παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
Γουρουνίτσα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
Γράνα (η) =  η στενή λωρίδα που χωρίζει τα χωράφια
Γρουμπούλι (το) = στρογγυλός ακανόνιστος όγκος, « μεγάλα γρουμπούλια έχει ο χυλός»
Γωνιά (η) = το σημείο γύρω από την εστία του τζακιού.

  Το οριζόντιο ύψος Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπό...