| Λέξεις που χάνονται. |
| Αα |
| Άγανα(τα) = οι (ενοχλητικές) τρίχες που έχουν τα στάχια. |
| Αγκιά (τα) = δοχεία και σκεύη της μαγειρικής (κατσαρόλες, πιάτα κ.λπ.). |
| Αγιάζι (το) = η νυχτερινή διαπεραστική ψύχρα |
| Αγιογδύτης (ο) = ο χωρίς αναστολές εκμεταλλευτής |
| Αγλέορας = Βότανο, με γαλακτώδη δηλητηριώδη χυμό , |
| (μετ.) –«έφαγε τον αγλέορα» = έφαγε πολύ |
| Αγκομαχάω = βογκάω από πόνο ή κόπο |
| Αγκωνάρι (το) = γωνιακός, ακρογωνιαίος λίθος |
| Αγκωνή (η) = η γωνία του σπιτιού, «μια αγκωνή ψωμί» |
| Αγνάντιο = απέναντι |
| Άγουρος = ανώριμος, άπειρος νέος |
| Αγουρίδα (η) = το άγουρο ξινό σταφύλι |
| Αγριάδα (η) = είδος αγριόχορτου, θυμός |
| Αγρικάω = ακούω κάτι, καταλαβαίνω |
| Αγύριγος = αγύριστος – «να πας στον αγύριγο» (διάβολο) |
| Αδειάζω (είμαι) αδειανός = ευκαιρώ, έχω ελεύθερο χρόνο (- Έλα απ’ το σπίτι… – Δεν αδειάζω…) |
| Aδερφομοίρια = τα αμοίραστα μερίδια που ανήκαν σε αδέρφια |
| Αδράχτι (το) = εργαλείο της ρόκας για το γνέσιμο (κλώσιμο) του μαλλιού για να γίνει νήμα |
| Αερικό (το) = Το φάντασμα, η νεράιδα |
| Αζάτικος = απείθαρχος – ανυπότακτος – απείθαρχο παιδί |
| Ακόνι (το) = πέτρα για λείανση κοφτερών εργαλείων |
| Ακαμάτης (ο) = ο τεμπέλης |
| Ακουμπέτι = τέλος πάντων, επί τέλους, παρά ταύτα. |
| Αλάλιασα = τρέλανα |
| Αλαξιά (η) = φορεσιά, τράμπα, ανταλλαγή |
| Αλάργα = μακριά |
| Αλαφιασμένος (ο) = τρομαγμένος |
| Αλαφροΐσκιωτος (ο) = αυτός που βλέπει αερικά, στοιχειά, φαντάσματα |
| Άλειμμα (το) = το χοιρινό λίπος στην λαήνα. (ομηρική λέξη) |
| Αλεσιά (η) = αλεσμένη ποσότητα σταριού |
| Αλέτρι (το) = γεωργικό εργαλείο για το όργωμα της γης. |
| Αλισίβα (η) = βρασμένη στάχτη με νερό για το πλύσιμο των ρούχων, (μετ.)=το πόσιμο νερό που έχει ζεσταθεί υπερβολικά από τον ήλιο |
| Αλειτούργητος = ο άθρησκος – αυτός που δεν έχει πάει σε εκκλησία |
| Αλιγδώνω = αλείφω με ζωικό λίπος, «αλίγδωσε τα ρούχα του» =τα λέρωσε |
| Αλισβερίσι (το) = συναλλαγή, δοσοληψία, συνεργασία, |
| Αλουνού = άλλου |
| Αλύχτημα (το) = το γοερό γαύγισμα |
| Αλωνάρης, αλωνιστής (ο) = ο μήνας Ιούλιος |
| Αλώνι = 1.το κυκλικό μέρος, στρωμένο με πλάκες που αλώνιζαν, 2.το νέφος γύρω από το φεγγάρι. |
| Αλπού ή αλουπού (η) = η αλεπού, είδος τοπικού σταφυλιού (αλπούδες) |
| Αμέτι μουχαμέτι = το έβαλε σκοπό ,πείσμα |
| Αμή, αμί = ναι |
| Αμπάριζα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι |
| Αμπολάω = αμολάω,αφήνω |
| Αμποριά (η) = Η πρόχειρη πόρτα στο χωράφι ή την στρούγκα |
| Αμόλα = φεύγα |
| Αμόνι = σιδερένια βάση που πάνω της σφυρηλατούσαν για να διαμορφώσουν το καυτό σίδερο |
| Άμπακας = υπερβολικό φαγοπότι ( – έφαγε τον άμπακα) |
| Αμπάρι = ξύλινη αποθήκη του σπιτιού για αποθήκευση σιταριού |
| Αμπλαούμπλας = ο ασουλούπωτος – αυτός που λέει βλακείες |
| Αμποδάω = εμποδίζω , αμπόδηκε = δεν άφησε |
| Αναβροχιά = ανομβρία |
| Ανακαψίλα (η) = η καούρα |
| Αναγελάω = χλευάζω, κοροϊδεύω |
| Ανακλαδίζομαι = τεντώνομαι να ξεμουδιάσω |
| Αναμαλλιάρης- αναμαλλιασμένος = με αχτένιστα μαλλιά |
| Αναμπουμπούλα (η) = η φασαρία, η αταξία |
| Αναπιάνω = ανακατώνω το προζύμι με νερό και αλεύρι- φτιάχνω τη ζύμη του ψωμιού |
| Αναχαράζω = αναμασάω, μυρικάζω |
| Ανάρια (τα) =αραιά |
| Ανάρμεγος, (η,ο) = το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί. |
| Ανάρτηγο = νηστίσιμο, «Το φαγητό είναι ανάρτηγο» |
| Ανασταίνω = αναθρέφω, επαναφέρω στη ζωή |
| Αναχρικά (τα) = τα απαραίτητα πράγματα του σπιτιού (κουζινικά), φυλαγμένα για ώρα ανάγκης |
| Ανημπόρια = η αρρώστια |
| Ανερώτηγα = χωρίς άδεια |
| Αντί (το) = εξάρτημα του αργαλειού, ξύλο κυλινδρικό που τυλίγεται το στημόνι( νήμα), αντιά = βγαίνει από την λέξη εντείνω = τραβώ, απλώνω και τανύω = τανώ (τεντώνω) |
| Ανυφάντρα (η) = η υφάντρα |
| Αντίδερο = αντίδωρο από τον Ιερέα στο εκκλησίασμα |
| Αντίκρυ = απέναντι |
| Αντιριέμαι = Δυσκολεύομαι, επιφυλάσσομαι |
| Αξάι (το) = αλεστικό δικαίωμα |
| Απαγγιάζω = κρύβομαι από τον αέρα, |
| Απάγκιο (το) = απάνεμο, αποκούμπι, από-άγγειος = απάνεμος |
| Απαντάω = συναντάω κάποιον « – Τον απάντησα στο δρόμο…» |
| Απαρατάω = αφήνω-εγκαταλείπω |
| Αποκλαδούρα = άκλαδο, ακλάδευτο, εγκαταλελειμμένο αμπέλι |
| Αποκόβω = απογαλακτίζω. |
| Αποκούμπι = στήριγμα για τα γηρατειά |
| Απόλυσε = φύτρωσε (ή αμόλυσε) |
| Απλογιέμαι = απαντάω σε κάποιον από μακριά (έχει ως ρίζα την λέξη «απολογούμαι») |
| Απλοχεριά (η) = όσο χωράει μια παλάμη |
| Αποπαίδι = το αποκληρωμένο παιδί |
| Απόρριξε = όταν κάποιο ζώο απέβαλε το έμβρυο που κυοφορούσε |
| Αποσπερού (επίρ.) = απόβραδο |
| Αποσταίνω = κουράζομαι, Απόστασα = κουράστηκα |
| Απότρυγα = μετά τον τρύγο |
| Αράδα = σειρά |
| Άρατος = έφυγε, εξαφανίστηκε, «έγινε άρατος !» |
| Άραχνος = άτυχος- για λύπηση, σκοτεινός «μαύρος και άραχνος» |
| Αργαλειός = μηχανισμός για την ύφανση του νήματος ώστε να γίνει υφαντό. |
| Αργητό = καθυστέρηση «δεν είναι αργητό» |
| Αργιεύω = αραιώνω, «-Πάω γι’ αργιέματα στα μέσα…» |
| Άρεντος = αράντιστος |
| Αρίδα (η) = το πόδι- το καλάμι του ποδιού |
| Αρλούμπα (η) = κουταμάρα, ανοησία |
| Αρκουμάνι = το θηρίο- ο εύσωμος |
| Άρμη (η) = το πηχτό αρμυρό γάλα μαζί με τρίμματα τυριού |
| Αρμολόι = γέμισμα των αρμών του τοίχου |
| Αρμάρι = το ξύλινο ντουλάπι στο κούφωμα του τοίχου που φύλαγαν φρούτα , γλυκά κ.λ.π. |
| Αρνάδα = χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για αναπαραγωγή (αντίστοιχα – κατσικάδα για τα γίδια) |
| Αρνόκουρα (τα) = μαλλιά από την κουρά των αρνιών |
| Αρουλιέμαι = ωρύομαι «το σκυλί αρουλιέται» |
| Αρούποτος = αχόρταγος, «το βαγένι που δεν ρουπώνει» (που βγάζει νερό) |
| Αρτένουμε = τρώγω μη νηστήσιμα φαγητά, παραβιάζω τη νηστεία |
| Άρτζι – μπούρτζι = «τρέχα γύρευε», ανακάτωμα, «άρτζι – μπούρτζι και λουλάς», από το αρμενικό αρτζιβούριον = νηστεία τις απόκριες |
| Αρτσίδι = βρεγμένος μέχρι το κόκαλο. |
| Ασκί (το) = επεξεργασμένο δέρμα κατάλληλο για δοχείο |
| Ασουλούπωτος, (η, ο) = ατημέλητος |
| Αστράχα = το κενό μεταξύ τοίχου και σκεπής, σίγουρο μέρος για κρύψιμο |
| Αστροφεγγιά (η) = τα άστρα φέγγουν χωρίς φεγγάρι. |
| Άταρος = ο αδύναμος «άταρο αυγό» (χωρίς τσόφλι) |
| Ατσάκιγος = ατσαλάκωτος- που δεν τσακίζεται |
| Αυγατάω = αυξάνω, φτάνω |
| Αφόρεγο (το) = καινούργιο |
| Αφόρμησε = ερεθίστηκε η πληγή |
| Άφραγγος (ο) = χωρίς χρήματα |
| Αφώτιγο = πολύ πρωί πριν χαράξει |
| Αχαΐρευτος = ανεπρόκοπος |
| Αχάραγο = πριν το ξημέρωμα |
| Άχερο (το) = το άχυρο |
| Αχαμνός, (η, ο) = ο αδύνατος |
Ένα blog που απευθύνεται σε αναγνώστες που τους αρέσει να πετούν από το ένα θέμα στο αλο ετσι....χωρις πρόγραμμα. Όλα τα θέματα είναι όπως λέμε [ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΗΜΕΝΑ] Αυτή η μέθοδος στόχο έχει να μην σε αφήσει να βαρεθείς η να πλήξεις
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Το οριζόντιο ύψος Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπό...
-
Τα άνθη της άνοιξης Στην αρχαία Ελλάδα δεν συνηθιζόταν να διατηρούν παρτέρια με λουλούδια για διακόσμηση. Τα κρατούσαν όπως φύτρωναν...
-
Ελληνικές Παροιμίες επόμενη σελίδα» Άνθρωπος Ο άνθρωπος ό,τι μπορεί κι ο Θεός ό,τι θέλει. Όσο βαραίνει ένας άνθρωπος, δ...
-
Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΦΛΟΓΕΡΑ Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα παραμύθια κρατούσαν συντροφιά στα παιδάκια τα βράδια του χειμώνα, ένας...
-
Αρχαία Γνωμικά Λυχνίας σβεσθείσης, πάσα γυνή ομοία. Διογένης, 410-323 π.Χ., Κυνικός φιλόσοφος R άρεσε σε 583 Ούτε δια τ...
-
" Ζωή είναι ότι ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ......"" ~ Leo Buscaglia ~ " ΄Ολοι προσπαθούν .... να καταλάβουν το νόημα της ζωής ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου